Η σημερινή Διάσκεψη, έξι χρόνια μετά τις Πρέσπες, έχει μια ξεχωριστή επικαιρότητα. Δεν είναι επετειακή εκδήλωση, ούτε μια σύναξη μόνο για τη θεωρητική μελέτη των μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων, υπό τον μανδύα μιας επίπλαστης ουδετερότητας. Αλλά αποτελεί πολιτικό γεγονός με το βλέμμα στο σήμερα και στο αύριο. Μια δύσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια για την επεξεργασία και ανάδειξη προοδευτικών πολιτικών, τεκμηριωμένων και πρακτικών προτάσεων και λύσεων, για το σήμερα και το αύριο των πολιτών. Και σε αυτό το πλαίσιο αυτό το διήμερο διαμορφώθηκαν, πιστεύω, σημαντικές συγκλίσεις και κατατέθηκαν ουσιαστικές προτάσεις. Για τα Βαλκάνια, για την ειρήνη, για το μέλλον της Ευρώπης.

Πρώτον, ως προς τα Βαλκάνια. Επιβεβαιώθηκε σε όλα τα επίπεδα η σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών για την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη συνανάπτυξη στην περιοχή μας. Τονίσθηκε ότι ο μόνος δρόμος όχι μόνο για το ευρωπαϊκό μέλλον, αλλά για το μέλλον της Βόρειας Μακεδονίας αυτό καθ’ αυτό, είναι ο σεβασμός της Συμφωνίας. Και αυτό είναι ένα απολύτως σαφές μήνυμα προς τη νέα πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της γειτονικής μας χώρας – για το τι σημαίνει παραβίαση της Συμφωνίας. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να αναγνωρίσει τη σημασία που έχουν οι εξελίξεις στα Δυτικά Βαλκάνια και να ακολουθήσει ενεργητικές πολιτικές για την ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής και για να ανακτηθεί η δυναμική που δημιουργήσαμε με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε στην περίοδο πριν από τις Πρέσπες όπου η ενταξιακή διαδικασία είχε παγώσει και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης γινόταν όλο και πιο αδύναμος προς όφελος τρίτων επικίνδυνων κρατικών και μη-κρατικών δυνάμεων. Σε μία περίοδο που η αποσταθεροποίηση εντείνεται λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, της οικονομικής αντιπαράθεσης με την Κίνα και του πολέμου στη Γάζα, δεν πρέπει να αφήσουμε τα Βαλκάνια να γίνουν ένα ανεξέλεγκτο πεδίο ανταγωνισμού δυνάμεων, που – όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά – οδηγεί σε τραγωδίες. Δεν πρέπει να αφήσουμε τον εθνικισμό να θεριέψει στην περιοχή ακόμα περισσότερο, διότι έχουμε δει πού οδήγησε αυτό με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και μάλιστα πρόσφατα – πριν από 20 μόλις χρόνια.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι πρότυπο επίλυσης διαφορών γιατί αποδεικνύει ότι υπάρχει δρόμος για αμοιβαία αποδεκτές λύσεις στη βάση του διεθνούς δικαίου, με σκοπό την ειρηνική επίλυση χρόνιων προβλημάτων και διενέξεων. Οτι υπάρχει ο δρόμος μιας ουσιαστικής ευρωπαϊκής προοπτικής απέναντι στα εθνικιστικά αδιέξοδα και την οπισθοδρόμηση. Αρκεί να υπάρχουν ηγεσίες με βούληση να αναλάβουν το πολιτικό κόστος προς όφελος της ειρήνης και της σταθερότητας και προς όφελος των λαών τους. Αρκεί να υπάρχουν ηγεσίες που αναγνωρίζουν τη σημασία που έχει ο σεβασμός του κράτους δικαίου, των μειονοτικών δικαιωμάτων και των σχέσεων καλής γειτονίας για το μέλλον του τόπου τους. Ωστε να μην έχουμε απαράδεκτα περιστατικά όπως αυτά που είδαμε στις αυτοδιοικητικές εκλογές στην Αλβανία εις βάρος της ελληνικής εθνικής μειονότητας, ή στις αυτοδιοικητικές εκλογές στο Κόσοβο εις βάρος της σερβικής μειονότητας ή τις εγκληματικές επιθέσεις που είδαμε από ένοπλες σερβικές ομάδες στο Κόσοβο ή τη ρητορική περί Μεγάλης Αλβανίας και Μεγάλης Σερβίας που ακούμε όλο και περισσότερο.

Και η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσει ότι αν αποδειχθεί αναξιόπιστη ως προς την υπόσχεσή της στα Δυτικά Βαλκάνια – στη γειτονιά της – τότε δεν θα έχει καμία αξιοπιστία ως διεθνής γεωπολιτική δύναμη πέρα από αυτήν. Πρέπει να γίνει σαφές από την ΕΕ σε όλες τις χώρες της περιοχής, ότι η ειρηνική επίλυση διαφορών έχει οφέλη για τους λαούς των Βαλκανίων. Οτι οι θυσίες ανταμείβονται και δεν αγνοούνται κυνικά.

Related Posts