Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση γύρω από τον ιδεολογικό προσανατολισμό του εκλογικού σώματος επικεντρώνεται κυρίως στο κομμάτι των ψηφοφόρων που τοποθετούνται στο Κέντρο και την Κεντροαριστερά του πολιτικού χάρτη. Οι βασικοί λόγοι σχετίζονται με το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος χώρος εμφανίζεται ρευστοποιημένος μετά τη διπλή εκλογική μάχη του 2012 που ανέτρεψε τους παραδοσιακούς κομματικούς συσχετισμούς και από ευθυγράμμισε συνολικά το πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε τη θέση του ΠΑΣΟΚ ως ο βασικός εκφραστής του χώρου, ένα ρόλο ωστόσο που ύστερα από μία περιπετειώδη κυβερνητική θητεία και μία διπλή πρόσφατη εκλογική αποτυχία κινδυνεύει σοβαρά να απολέσει, με το ΠΑΣΟΚ να προσπαθεί να ανακαταλάβει ό,τι έχασε την προηγούμενη δεκαετία.

Επιπλέον τον χώρο φαίνεται να διεκδικεί με τρόπο πιεστικό, επίμονο και εξακολουθητικό η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος δεν διστάζει να κάνει συνεχόμενα ανοίγματα που ξεπερνούν τους πολιτικούς τακτικισμούς και παίρνουν χαρακτήρα μιας μόνιμης ιδεολογικής μετατόπισης και στόχευσης προς το κεντρώο ακροατήριο. Οι τελευταίες κινήσεις του Πρωθυπουργού σχετικά με τη νομοθετική ρύθμιση που επιτρέπει τον πολιτικό γάμο μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών και τη δυνατότητα τεκνοθεσίας από αυτά αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από τον ιδεολογικό πυρήνα της εκλογικής βάσης της ΝΔ, ο οποίος η αλήθεια είναι ότι αιφνιδιάστηκε από τις πρωθυπουργικές πρωτοβουλίες και εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό αρνητικός απέναντι σε αυτές.

Ολες οι μετρήσεις της κοινής γνώμης άλλωστε συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν ότι παρά τα ανοίγματα του Κυρ. Μητσοτάκη στο Κέντρο η βάση της ΝΔ παραμένει σε ποσοστό άνω του 55% κεντροδεξιά και δεξιά. Οι ψηφοφόροι αυτοί αντιμετωπίζουν με έντονο σκεπτικισμό την κυβερνητική πρωτοβουλία για τα ομόφυλα ζευγάρια, αφού με βάση τα στοιχεία της τελευταίας δημοσκόπησης της GPO μόνο το 36,1% όσων τοποθετούνται στην Κεντροδεξιά και το 22,7% όσων αυτοχαρακτηρίζονται δεξιοί δείχνουν να συμφωνούν με τον πολιτικό γάμο, ενώ για την υπόθεση της τεκνοθεσίας τα αντίστοιχα ποσοστά κινούνται σε μονοψήφια νούμερα με μόλις το 9,2% των κεντροδεξιών και το 6,8% των δεξιών να τάσσονται υπέρ της συγκεκριμένης ρύθμισης.

Στον αντίποδα στην άλλη μεγάλη νομοθετική απόπειρα της κυβέρνησης, το ζήτημα της ίδρυσης των μη κρατικών πανεπιστημίων η στήριξη από τη συγκεκριμένη δεξαμενή είναι μαζική και πλειοψηφική, με το 83,4% των κεντροδεξιών και το 72,6% των δεξιών να συμφωνούν με το νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Εχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα προφίλ ψηφοφόρου που διαθέτει ήπια φιλελεύθερα οικονομικά χαρακτηριστικά, τα οποία ωστόσο δεν μεταβιβάζονται στο πολιτικό πεδίο που παραμένει συντηρητικό και αγκυροβολημένο στις βασικές αρχές της ελληνικής παραδοσιακής Δεξιάς και της ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας. Η διεύρυνση της ατζέντας με θέματα που ξεπερνούν τα όρια της ορθόδοξης Δεξιάς ξενίζει την εκλογική βάση της ΝΔ και προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις, επιτρέπει ωστόσο στον Πρωθυπουργό να καταλάβει χώρο που μέχρι σήμερα καλύπτονταν  μόνο από τη δικαιωματική Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία.

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει πλέον είναι αν αυτό το άνοιγμα μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην κάλπη των ευρωεκλογών, αν δηλαδή μια μερίδα ψηφοφόρων της ΝΔ που αισθάνεται προσβεβλημένη ή και θυμωμένη επιχειρήσει να στείλει μήνυμα στον Κυρ. Μητσοτάκη πως δεν ασπάζεται τέτοιου είδους μετατοπίσεις που παραχαράσσουν τον αξιακό τους κώδικα και θολώνουν το ιδεολογικό στίγμα της παράταξης.

Η σπουδή του Πρωθυπουργού να κλείσει το θέμα πολύ πριν απ’ τις ευρωεκλογές και η απόφασή του να διευκολύνει μέσω της κοινοβουλευτικής αποχής όλους όσους διαφωνούν δείχνει ότι αντιλαμβάνεται τη ζημιά που μπορεί να προκληθεί. Ωστόσο θεωρεί ότι ο χρόνος θα λειτουργήσει κατευναστικά και η ένταση θα αποκλιμακωθεί, ενώ ταυτόχρονα θα επιχειρήσει να εκπαιδεύσει το κοινό του σε ένα νέο τρόπο πολιτικής σκέψης.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής ερευνών της GPO

Related Posts