Ρίχνοντας το βλέμμα στη μεγάλη, ευρωπαϊκή, εικόνα, το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα αυτών των ευρωεκλογών είναι το υψηλό σκορ των κομμάτων της Ακρας Δεξιάς: στη Γερμανία το AfD, στην Αυστρία το FPÖ, στην Ολλανδία το PVV, στη Γαλλία το Rassemblement National είναι ορισμένα μόνο από τα κόμματα σε χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα που με ένα αντιευρωπαϊκό αφήγημα κερδίζουν την υποστήριξη των πολιτών, εκείνων προπάντων που νιώθουν φόβο και ανασφάλεια στον ασταθή και αβέβαιο κόσμο που ζούμε. Θα χρειαστεί να εστιάσουμε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εκλογέων που βρίσκουν καταφύγιο στην Ακρα Δεξιά, όμως οι πρώτες ενδείξεις φανερώνουν μια ψήφο διαμαρτυρίας με έντονα τιμωρητικά στοιχεία απέναντι προπάντων στα καθιερωμένα κόμματα, στα οποία καταλογίζεται η ευθύνη για τα προβλήματα και τις συνέπειες της διακυβέρνησης. Οι ευρωεκλογές, ως δεύτερης τάξης εκλογές στις οποίες δεν εκλέγεται η κυβέρνηση ούτε το αποτέλεσμά τους μπορεί να προκαλέσει την περιδίνηση της εθνικής κυβέρνησης, προσφέρονται κατεξοχήν για την έκφραση διαμαρτυρίας και διαθέσεων τιμωρίας απέναντι στο εθνικό και το ευρωπαϊκό κομματικοπολιτικό κατεστημένο.

Εχει σημασία, επίσης, να δούμε ανά χώρα και στην ΕΕ συνολικά τη διακύμανση της εκλογικής αποχής. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία δεν υπήρξε πτώση της αποχής, γεγονός που σημαίνει ότι τουλάχιστον σε αυτές τις χώρες οι εκλογικές επιλογές των ψηφοφόρων προέκυψαν από την κινητοποίησή τους και τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία. Στην Ελλάδα, η εκλογική συμμετοχή βρίσκεται κάτω από το 40%· πρόκειται για ένα σοκαριστικό ιστορικό χαμηλό που εμπεριέχει ένα ισχυρό μήνυμα και θα ήταν λάθος να αποδοθεί σε μη πολιτικούς λόγους ή να εκληφθεί ως μια ένδειξη αδιαφορίας και κυνισμού των πολιτών.

Το κυβερνών κόμμα, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα της διακυβέρνησης που δεν βγαίνουν δυναμωμένα από αυτή την εκλογική μάχη, θα πρέπει να ξανασκεφτούν την αποουσιαστικοποίηση της πολιτικής στην οποία επιδίδονται έχοντας εντάξει στα ψηφοδέλτιά τους πρόσωπα αναγνωρίσιμα μεν, αλλά όχι και ικανά να προσελκύσουν ψηφοφόρους σε μια πολιτική εκλογική μάχη. Η πτώση των εκλογικών ποσοστών της ΝΔ δεν μπορεί να καμουφλαριστεί από το γεγονός της μεγάλης διαφοράς των ποσοστών της από εκείνα του ΣΥΡΙΖΑ ή από το χαμηλό άθροισμα των δυνάμεων του δεύτερου και του τρίτου κόμματος. Η πτώση αυτή συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο μήνυμα όσον αφορά το μείγμα πολιτικής της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία θα χρειαστεί να αντιστοιχηθεί πιο ουσιαστικά με τα προβλήματα και τις ανάγκες των πολιτών. Οσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, και αυτή η εκλογική μάχη έδειξε ότι δεν υπάρχει πολιτικός χώρος για δύο κόμματα της Κεντροαριστεράς, ενώ η έλλειψη ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος προκαλεί εκλογική καχεξία τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο και στο ΠΑΣΟΚ.

Η Ακροδεξιά στην Ελλάδα αθροίζει πλέον περί τις 20 ποσοστιαίες μονάδες, ένα άθροισμα που είναι πολύ μεγάλο και προσεγγίζει τα ποσοστά της Ακροδεξιάς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες καταδεικνύοντας ότι η «ελληνική εξαίρεση» που υπήρξε το αποτέλεσμα κυρίως της μνήμης της απριλιανής χούντας και έβαζε φρένο σε διαρροές συντηρητικών κυρίως ψηφοφόρων στα δεξιά της ΝΔ έχει πάψει να λειτουργεί. Το γεγονός αυτό και το ξεθώριασμα της ιστορικής μνήμης διευκολύνουν την έκφραση εκλογικής προτίμησης υπέρ κομμάτων του ακραίου δεξιού πόλου. Μια τέτοια προτίμηση του εκλογικού σώματος διευκολύνεται και από την κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου, στην οποία τελευταίως επιδίδονται σχεδόν οι πάντες.

Η Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης

στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Related Posts