Η σαρωτική κάλυψη του 65% των κοινοβουλευτικών εδρών από τους Εργατικούς στις βρετανικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας δημιούργησε την εντύπωση της «βρετανικής εξαίρεσης» από την ολοένα και συχνότερη επιβεβαίωση του κανόνα της «δεξιάς στροφής» των εκλογέων στη Δύση και γενικότερα της φυγόκεντρης πορείας των κομματικών συστημάτων. Είναι όμως πράγματι έτσι; Παρότι η κατανομή των ποσοστών των κομμάτων στις βρετανικές εκλογές είναι τόσο ασήμαντη για την κατανομή της πολιτικής ισχύος του κάθε κόμματος που δυσκολεύεσαι να την εντοπίσεις ως στοιχείο, μια ματιά σε αυτή θα αποκάλυπτε ότι οι Εργατικοί αύξησαν ελάχιστα το ποσοστό τους (και μάλιστα έχασαν περίπου 600.000 ψήφους σε σύγκριση με το 2019), πετυχαίνοντας μόλις 34%, ένα ποσοστό αναντίστοιχο της τεράστιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που απέκτησαν. Πώς λοιπόν να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι το βρετανικό εκλογικό σώμα έστριψε το τιμόνι αριστερά ή έστω προς το Κέντρο;

Η ίδια ματιά στην κατανομή των ψήφων στις τελευταίες εκλογές θα επιβεβαίωνε βέβαια την απώλεια άνω των 7 εκατομμυρίων ψηφοφόρων των Συντηρητικών και την ταπεινωτική καταγραφή τους στο 23%, όμως θα αποκάλυπτε μια σειρά αλλόκοτων αντιστοιχίσεων της εκλογικής επίδοσης των πιο μικρών κομμάτων και της κοινοβουλευτικής τους δύναμης. Το ακροδεξιάς απόκλισης κόμμα του Nigel Farage, αλλά και το σημαντικά ενισχυμένο κόμμα των Πρασίνων, παρά την καταγραφή τους στο 14% και στο 7% αντιστοίχως, έμειναν με μια μηδαμινή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση που τους κρατά στο περιθώριο του πολιτικού ανταγωνισμού. Το κεντρώο κόμμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών κέρδισε ένα έντιμο 12% (με λιγότερες ψήφους από αυτές που είχε συγκεντρώσει το 2019), όμως την ίδια στιγμή κατάφερε να συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών στην ιστορία του και πάντως 18 φορές περισσότερες έδρες από αυτές που κέρδισε το κόμμα του Farage, το ποσοστό ψήφων του οποίου ήταν μεγαλύτερο από αυτό των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Πώς εξηγούνται όλα αυτά τα παράδοξα;

Δεν μπορείς να διαβάσεις τις βρετανικές κάλπες αν δεν γνωρίζεις τις ιδιαιτερότητες του βρετανικού εκλογικού συστήματος, δηλαδή του μηχανισμού αποτύπωσης των ψήφων σε κοινοβουλευτικές έδρες και συνεπώς σε πολιτική ισχύ. Οι βρετανικές εκλογές είναι το άθροισμα 650 μεμονωμένων αναμετρήσεων για την εκλογή με σχετική πλειοψηφία – έστω και μίας ψήφου – του βουλευτή κάθε μονοεδρικής περιφέρειας. Ενα τέτοιο πλαίσιο δίνει αφενός τη δυνατότητα εκλογής βουλευτών και με το 30% των ψήφων, για παράδειγμα, αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι μεγάλος και οι ψήφοι διαχέονται σε πολλούς. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δίνει τη δυνατότητα στρατηγικής ψήφου, δηλαδή ψήφου υπέρ κάποιου υποψηφίου που δεν προτείνεται από το αγαπημένο σου κόμμα, αλλά έχει τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τον υποψήφιο του κόμματος που εχθρεύεσαι. Οι υποψήφιοι των Συντηρητικών ήταν σαφώς εκείνοι που έπεσαν θύματα της στρατηγικής ψήφου στον μέγιστο βαθμό στις τελευταίες εκλογές, δίνοντας την ευκαιρία σε υποψηφίους των Εργατικών αλλά και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών να κερδίσουν ψήφους επειδή έδειχναν να έχουν τις πιο πολλές πιθανότητες επικράτησης επί των Συντηρητικών.

Θα ήταν ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα αν οι κανόνες του παιχνιδιού – δηλαδή αυτό που λέμε εκλογικό σύστημα – ήταν διαφορετικό; Πιθανώς όχι, δεδομένης της πλήρους ηθικής, αρχικά, και διαχειριστικής, στη συνέχεια, απαξίωσης των κυβερνήσεων των Συντηρητικών από το 2019 και μετά, αλλά και της απόφασης του ακροδεξιού Nigel Farage να συμμετέχει στις φετινές εκλογές, κάτι που δεν είχε κάνει το 2019. Ομως η δυνατότητα χρήσης «στρατηγικής ψήφου», λόγω του εκλογικού συστήματος, σαφώς διευκόλυνε την άτυπη συμμαχία των ψηφοφόρων Εργατικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών ώστε να χάσουν πάνω από 250 έδρες οι Συντηρητικοί. Οι κανόνες του παιχνιδιού προφανώς επηρεάζουν το παιχνίδι. Τα πλειοψηφικά συστήματα, είτε σε έναν γύρο όπως στη Βρετανία είτε σε δύο όπως στη Γαλλία, επιτρέπουν την εκδήλωση του φαινομένου της «στρατηγικής ψήφου» και μέσω αυτής των άτυπων συνεργασιών μεταξύ κομμάτων, και μάλιστα στο επίπεδο των απλών ψηφοφόρων, χωρίς να υπάρχει κατ’ ανάγκη η σύμφωνη γνώμη ή η τυπική συνεννόηση των κομματικών ελίτ. Η συζήτηση για τους κανόνες του εκλογικού παιχνιδιού δεν είναι ούτε μόνο για τα αμφιθέατρα πανεπιστημιακών που θεωρητικολογούν ούτε μόνο για τα σκοτεινά δωμάτια κομματικών ηγεσιών που πασχίζουν να φτιάξουν τους κανόνες που τους βολεύουν. Ας μάθουμε να μιλούμε για τη δημοκρατία που θέλουμε.

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Related Posts