Είναι ομολογουμένως πρωτότυπο να μιλάς με έναν κινηματογραφιστή της νεότερης γενιάς, των millennials, και να σε «ξεναγεί» στον θρυλικό κινηματογράφο Ροζικλαίρ της Πατησίων που έχει κλείσει από το 1968 σύμφωνα με το εξαντλητικό λεξικό για τα σινεμά της Αθήνας του Δημήτρη Φύσσα. Κι όμως ο Κώστας Δημολίτσας όχι μόνο ξέρει ιστορίες του εν λόγω σινεμά ή άλλων του αστικού τοπίου, πρωτοεμφανίστηκε με επιτυχία και με το εθνογραφικό ντοκιμαντέρ του διάρκειας 26 λεπτών «Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ» για τη θρυλική αίθουσα, ενώ σήμερα ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τον αιρετικό υπερλεξιστή συγγραφέα Αλέξανδρο Σχινά. Αθόρυβα τα τελευταία χρόνια συγκροτείται ένα μη προφανές υλικό προς διερεύνηση που είτε αφορά την πόλη, είτε τα γράμματα. Και το ακόμη πιο εντυπωσιακό πως μια νέα (πολύ νέα) γενιά καταπιάνεται με αυτό, είτε με την έγνοια του διασώστη είτε με μια άτσαλη ρομαντικοποίηση. Ο Δημολίτσας ανήκει στους διασώστες, βυθίζεται με θρησκευτική προσήλωση στα πεδία που ανιχνεύει, πάει βήμα βήμα στον μύθο και στην πραγματικότητα.

Πώς ξεκινάτε και από τις σπουδές της Θεολογίας πάτε στον Κινηματογράφο; Πώς συνδέετε δύο αντίθετα πεδία;

Στην Κοινωνική Θεολογία στο ΕΚΠΑ μπήκα το 2012, σε μια μοναχική για μένα κατάσταση και αχαλίνωτου διαβάσματος. Ο,τι έπεφτε στα χέρια μου το καταβρόχθιζα. Προυστ, Σελίν, Γιώργο Ιωάννου, Γιώργη Ζάρκο, Γιώργο Μακρή. Είχα ένα φλερτ με τις αντιθέσεις και μου άρεσαν οι συγγραφείς που τάσσονταν ενάντια στους θεσμούς που παθητικά είχαμε μάθει να αποδεχόμαστε και να σεβόμαστε. Υποθέτω ήταν μια αντίδραση της νεότητάς μου. Ξαφνικά πέφτω πάνω στο «Ημερολόγιο ενός κλέφτη» του Ζαν Ζενέ που κατά τη γνώμη μου γεφυρώνει τη Θεολογία με κάτι βέβηλο. Το πάθος του ανθρώπου που τον συγκροτεί και τον καταστρέφει την ίδια στιγμή. Και μέσω του Ζενέ ήλθα πιο κοντά στη Θεολογία και τη σχολή μου. Λίγο μετά γνωρίζω τον σκηνοθέτη Αντώνη Κιούκα που μου έβαλε το μικρόβιο του κινηματογράφου και μαζί με το φίλτρο του Ζενέ και τις κατευθυντήριες γραμμές του Αντώνη που μου έδινε να δω θεολογίζοντες σκηνοθέτες (Μπρεσόν, Ταρκόφσκι) αλλά όχι αυστηρά θεολογίζοντες. Και Μπουνιουέλ που μετά έκανα τη διπλωματική μου. Είχα μια έφεση στο σουρεαλιστικό και θεολογικό σινεμά.

Κι έρχεται το μεταπτυχιακό σας στον κινηματογράφο;

Το μεταπτυχιακό το έκανα το 2019, δηλαδή πολύ μετά. Μεσολάβησαν πολλά διαβάσματα και μεσολαβεί βασικά το έργο της σκηνοθέτιδος Εύας Στεφανή που επηρέασε πολύ την οπτική μου. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που κατέγραφε τους ανθρώπους, τα πρόσωπα, τη φθορά, την ωμότητα, την ιερότητα. Με όλα αυτά τα ερεθίσματα μπήκα σε ένα καλούπι σκέψης και ερμηνείας του κόσμου. Ο πατέρας μου επίσης από μικρό με είχε επηρεάσει να ασκώ κριτική στη θρησκεία και εκείνος ήταν μια επιρροή για μένα.

Πώς ξεκινάτε το ντοκιμαντέρ σας;

Εγώ ένα καλοκαίρι δούλεψα στην Teleperfomance. Το σχέδιό μου ήταν να βγάλω κάποια χρήματα για να κάνω ένα σεμινάριο στο σινεμά, στο Booze, το έκανε ο Χρήστος Πιθαράς το 2016. Εκεί γνωρίζω τον μετέπειτα πολύ καλό μου φίλο Γιώργο Γκότζο και του προτείνω να κάνουμε κάτι για το σινεμά Ροζικλαίρ. Τότε διάβαζα το βιβλίο «Της Αθήνας» (σ.σ.: εκδ. Τυφλόμυγα) του Λεωνίδα Χρηστάκη που είχε αναφορές σε τόπους, μύθους, πρόσωπα της πόλης. Εκεί είχε αναφορά στο Ροζικλαίρ. Ενα σινεμά – τόπος που έρχομαι κι εγώ σε επαφή μέσω του βιβλίου και που γίνονται πράγματα ανήκουστα. Ερωτικές περιπτύξεις, μια διαδραστική σχέση με την οθόνη. Πλέον έχουν μπει διαχωριστικές γραμμές μεταξύ οθόνης και θεατή, ενώ τότε εκεί μέσα αυτά καταργούνταν.

Πατησίων 12 έδρευε, ε;

Ναι ναι.

Το γράφει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στο «Μέντια Λουζ», στον δίσκο ως αφιέρωση: «Στη γενιά του Ροζικλαίρ».

Βέβαια. Μια ο Χρηστάκης, μια αυτός ο δίσκος που παρεμπιπτόντως είναι εκπληκτικός, μια ο Ταχτσής, μια ο Νικολαΐδης ή ο Κουτρουμπούσης, δεν ήθελε πολύ για να συγκροτηθεί ένα κράμα αναφορών μέσα μου και σκέφτηκα πως δεν είχε γίνει κάτι για τον ιστορικό αυτό κινηματογράφο. Κανείς δεν είχε ασχοληθεί με αυτό το μυθικό σημείο της πόλης.

Γιατί δεν ασχοληθήκατε με ένα άλλο σινεμά παλιό της Αθήνας, π.χ. με το Αλάσκα, ή το σινέ Ομόνοια ή άλλο;

Ισως ήταν οι περισσότερες αναφορές γι’ αυτό το σημείο. Είναι το πρώτο ή το δεύτερο αρχαιότερο που άνοιξε στην πόλη. Το 1913. Αυτό το καθιστούσε ιστορικό σημείο. Εχει αποκρυσταλλωθεί ως ένα βέβηλο μέρος. Το 1920 υπήρχε η λεγόμενη κρίση των πιανιστών. Οι πιανίστες στα σινεμά στις αρχές του 20ού αιώνα έπαιζαν ζωντανή μουσική στις βουβές ταινίες. Το Ροζικλαίρ ήταν το πρώτο σινεμά που εγκατέστησε ραδιόφωνο. Και η κρίση έπαψε και τα σινεμά ανάκαμψαν οικονομικά – μεγάλο μέρος των χρημάτων τα έδιναν ως τότε στους μουσικούς. Αρα είναι ο αρχαιότερος και είναι και μια μυθολογία γύρω από αυτόν που έχτισαν διάφοροι συγγραφείς…

Εχουμε λαϊκό τραγούδι γι’ αυτό, τα «Νέα της Αλεξάνδρας» με τον Περπινιάδη.

Το οποίο παρερμηνεύτηκε. Είχα κάνει μια προβολή της ταινίας στην Πάντειο και στο τέλος της ταινίας που το αφήνω να παίζει με ρώτησαν γιατί το έκανα, αφού είναι ένα τραγούδι πατριαρχίας. Επειδή αυτό το κομμάτι αφορά ρεμπέτες, η αναφορά ενός ρεμπέτη για το σινεμά αυτό είναι ενδεικτική και οι ρεμπέτες ήταν μέρος του κοινού του Ροζικλαίρ.

Εχουμε μια είδους ρομαντικοποίηση της πόλης, σήμερα. Θεωρήσατε πως αυτό είναι παγίδα για την καταγραφή σας;

Φαντάζομαι λες την αισθητική που υπάρχει ως προέκταση από τον Ρένο Χαραλαμπίδη και άλλους. Εγώ ήθελα να αποτυπώσω ένα ξεχασμένο, ωμό σημείο που διαμόρφωσε μια γενιά. Καθόλου διανοουμενίστικα. Το σινεμά αυτό ήταν αφορμή και αιτία να δουν κινηματογράφο οι λαϊκοί άνθρωποι αφού είχε πολύ φτηνό εισιτήριο. Γαλούχησε ανθρώπους σε καουμπόικα, στον Γκοντάρ, στα ερωτικά, Λέμι Κόσιον, Εντι Κονσταντίν.

Τι μαρτυρίες έχετε;

Μιλάει η Μπέτυ Βακαλίδου, ο Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, ο Λευτέρης Ξανθόπουλος, ο Δημήτρης Φύσσας, ο Γιώργος Χρονάς, ο Θωμάς Σιταράς, ο Τάκης Σπετσιώτης που γίναμε και φίλοι.

Γιατί και πώς φτάσατε σε αυτούς;

Με βοήθησε πολύ το Διαδίκτυο. Με βάση τον τεράστιο τόμο του Δ. Φύσσα που λειτούργησε σαν χάρτης για τα σινεμά της πόλης. Απίστευτη δουλειά. Με κατηύθυνε. Οι παραπομπές οι περισσότερες ήταν από εκεί. Ο ένας παρέπεμπε στον άλλον, κάπως έτσι. Αυτό το ντοκιμαντέρ μου πήρε τέσσερα χρόνια. Πολύ. Προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο Φεστιβάλ Αίγινας, στην Πάντειο, έχει κάνει τον κύκλο του.

Γιατί  ο τίτλος «Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ»;

Είναι ατάκα του Νίκου Νικολαΐδη. Για μένα έχει πολλές σημασίες. Συγκροτεί μια προσωπική μυθολογία αφού συμβολίζει και τη Θεολογία και το σινεμά.

Τι κρατάτε όταν πια το κάνατε;

Ξέρω πως έκανα μια ταινία με λίγα μέσα. Αυτό ήταν μια τεράστια εμπειρία για μένα αφού έκανα μια ταινία με τους φίλους μου. Ο Μάξιμος Τρεκλίδης, ο Γιώργος Γκότζος, ο Ρωμανός κ.ά. Τους μετέδωσα την αγάπη μου γι’ αυτό το μέρος. Με βοήθησαν κι αυτοί με τη σειρά τους να το εκπληρώσω. Ηταν δύσκολο. Θυμάμαι που με τον Γιώργο ήμασταν στο σεμινάριο στο Booze φεύγαμε βράδυ να πάμε για γύρισμα με τον Κουτρουμπούση.

Κρατάτε μια ιστορία;

Μου την είχε πει ο Θωμάς Σιταράς. Ο ιδιοκτήτης του σινεμά Δημήτρης Καρράς βάφτισε την κόρη του μέσα στο Ροζικλαίρ. Και βγήκε η πομπή και πορεύτηκαν στην Πατησίων! Υπήρχε μια κοινή γλώσσα, ένας κώδικας στο κοινό του σινεμά που δεν μπορούσε να μοιραστεί με τους έξω. Είχε διαμορφωθεί ένας τρόπος μη συμβατός. Εμπαινες και ξέκοβες από έξω. Γινόταν χάος. Ξέχναγες ηθικούς φραγμούς. Βούταγες σε έναν κόσμο παραβατικό που μιλάει αλλοπρόσαλλα. Παρέπεμπε στις περίφημες κοσμοκατασκευές του Αλέξανδρου Σχινά.

Σας συνδέει το Ροζικλαίρ με τον Σχινά;

Κάποιες συνιστώσες ίσως μέσα μου. Ηταν ένας κόσμος με κανόνες που τον απομόνωνε από την πόλη.

Πάμε στην έρευνά σας για το ντοκιμαντέρ σας για τον συγγραφέα Αλέξανδρο Σχινά.

Είμαι σε φάση έρευνας, έχω ευαγγέλια τα βιβλία του, κυρίως την «Αναφορά περιπτώσεων».

Ποιος είναι ο Σχινάς;

Ηταν ένας συγγραφέας που θεωρώ πως ήταν ασύμβατος με την εποχή του. Δεν ήταν της κλασικής σχολής των γραμμάτων. Ενας αιρετικός. Ας κρατήσουμε αυτό. Είχε εφεύρει έναν τρόπο γραφής, τον υπερλεξισμό. Που λειτούργησε σαν ρήγμα εκείνη την εποχή. Αποσχιζόταν από τον σουρεαλισμό, είχε συγγένειες αλλά δεν ταυτιζόταν. Ο υπερλεξισμός είναι η αξιοποίηση της δυνατότητας να επεκτείνουμε τα όρια της γλώσσας.

Πώς έρχεστε σε επαφή;

Μέσω ενός βιβλίου του Μανώλη Νταλούκα για το ελληνικό ροκ που έλεγε μια υπέροχη ιστορία. Τον περιέγραφε ως έναν ριζοσπαστικό άνθρωπο των γραμμάτων, αλλά εγώ στάθηκα σε μια διήγηση. Ο Σχινάς είχε έναν καθηγητή, τον Νικόλαο Βιδάλη, που ήταν αποκρυφιστής, μουσικός και του έκανε και γερμανικά. Μαθαίνει τη ροπή του στον αποκρυφισμό και αποφασίζει να του κάνει μια φάρσα. Η παρέα του τότε ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Γιώργος Κατεβαίνης (αν υπήρχε ως πρόσωπο) και το κατεξοχήν alter ego του Σχινά, ο Ελευθέριος Δούγιας. Μια πλασματική περσόνα του Σχινά μέσω του οποίου εξέδιδε κείμενα π.χ. στο περιοδικό «Πάλι». Παρουσιάζεται η παρέα στον Βιδάλη ως άντρο των εκλεκτών που θα έλθει σε αστρική επικοινωνία με το Θιβέτ. Θα πάρετε – του είπαν – αυτά τα ποιήματα, θα τα διαβάσετε ως προσευχή και θα ταξιδέψετε στο Θιβέτ. Την άλλη μέρα τον βάζουν σε μια κάσα και τον περιφέρουν στον δρόμο, μιλάμε τώρα για το ’40. Ανοίγουν και του λένε πως από εδώ και στο εξής είστε στο Θιβέτ. Ο,τι βλέπετε δεν είναι αλήθεια. Μετέπειτα έχουμε την παρέα της Κηφισιάς με τον Κουτρουμπούση, τον Μακρή, τον Βαλαωρίτη που εφάπτονταν με το περιοδικό «Πάλι».

Πώς μπαίνετε στο έργο του Σχινά;

Το βιβλίο αυτό του Νταλούκα έφτασε στα χέρια του καλού μου φίλου Πάνου Στασινού που μελετάγαμε μαζί. Αυτή την ιστορία τη βρήκα και στον Λεωνίδα Χρηστάκη.

Σε τι φάση είστε τώρα;

Εχω μιλήσει με την κόρη του Σχοινά, Αμαλία, έχουμε τακτική επικοινωνία. Είμαι σε μια πρώιμη φάση. Τώρα τον μελετώ. Συμπυκνώνει ένα έργο αντιστασιακό. Είχε πλούσια, αξιοθαύμαστη αντιδικτατορική δράση μέσω της Ντόιτσε Βέλε. Επέστρεφε στην Ελλάδα και οι ταξιτζήδες αναγνώριζαν τη φωνή του. Σκεφτόμουν να το χωρίσω το ντοκιμαντέρ μου σε τρία μέρη. Τον άνθρωπο Σχινά. Το έργο του, η επίδρασή του στη γλώσσα. Και την πολιτική του στάση. Επίσης να σημειώσω ότι ο Σχινάς με ενδιαφέρει τόσο ως ένας καινοτόμος για τα ελληνικά γράμματα, από το ότι εισήγαγε τον υπερλεξισμό μέχρι το ότι έπλασε τον δικό του «ζωντανό» λογοτεχνικό χαρακτήρα, τον Ελευθέριο Δούγια, όσο και ως μια προσωπικότητα που πάντα αγωνιζόταν για τον πολιτισμό και την ελευθερία.

Related Posts