Ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος, αν και γεννημένος την τελευταία χρονιά (1964) της περιόδου που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, είναι ένας boomer. Και, υπό προϋποθέσεις, τυπικό «παιδί» της γενιάς του. Μεγάλωσε στο Αιγάλεω, στις «παρυφές» δηλαδή μιας Αθήνας που άλλαζε με σαρωτικούς ρυθμούς κι έκανε ακόμη πιο έντονες τις αντιθέσεις ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά». Και το «πριν» ήταν αυτό που η συγκεκριμένη γενιά – η πρώτη που ο διακαής πόθος της δεν ήταν να σπουδάσει, όπως η προηγούμενη, αλλά να πλουτίσει – ήθελε να αφήσει πίσω της. Μαζί με τα συντρίμμια του πολέμου και τα τραύματα της μεταπολεμικής περιόδου, τις μνήμες και τη φτώχεια των γονιών τους και, κυρίως, τον συμβιβασμό με αυτήν τη φτώχεια. Ισως, γι’ αυτό και ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος μιλάει πολύ για χρήματα. Και για τότε που είχε και για τότε που δεν είχε.

Για την παράγκα με Ελενίτ που ήταν το πρώτο του σπίτι, για το ψυγείο του πάγου διότι δεν είχαν ηλεκτρικό, για τα τρύπια παπούτσια του όταν πήγε στο σχολείο, για τα κυριακάτικα ρεφενέ τραπέζια στη γειτονιά. Και ύστερα, για το καφενείο που άνοιξε ο πατέρας του και άλλαξε άρδην τα οικονομικά τους. Σε εκείνο το καφενείο έβγαλε, σε ηλικία εννέα ετών, τα πρώτα του χρήματα. Ο πατέρας του τον άφηνε, τις απογευματινές ώρες, στο πόδι του και ό,τι έβγαζε δικό του. Εφτανε, θα διηγούταν αργότερα με καμάρι, να βγάζει και δύο χιλιάδες δραχμές την ημέρα όταν ο δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε, τότε, τρεισήμισι χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Αλλά, όπως λέει ο ίδιος, την επόμενη δεν είχε τίποτα. Τα ξόδευε όλα μαζί με τους φίλους του.

Μετά το σχολείο, σπούδασε βοηθός μικροβιολόγου, δούλεψε για λίγο στο Αρεταίειον, πήγε φαντάρος και όταν απολύθηκε, άλλαξε δουλειά. Τζαμάς σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας Κρήτης του Κοσκωτά. Και τα βράδια, σερβιτόρος σε ταβέρνες και ντισκοτέκ. Ηταν στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μία εποχή που ο μέσος, ο μικρομεσαίος (σύμφωνα με την ορολογία ΠΑΣΟΚ) Ελληνας ονειρευόταν καινούργιες μπίζνες. Για να καλύψει τις νέες ανάγκες, τα νέα ήθη, τις νέες αγορές που άνοιγαν τότε. Μια κοινωνία που αλλάζει ολοταχώς είναι εύφορο πεδίο για την επιχειρηματικότητα.

Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με έναν φίλο του που εισήγε μηχανάκια από την Ιαπωνία. Ο ίδιος είχε αναλάβει να βγάζει τις άδειες και η προμήθειά του ήταν 300 δραχμές η άδεια. «Εβγαζα τριάντα με σαράντα άδειες την ημέρα» θα πει. Πάλι πολλά χρήματα, πάλι τα έτρωγε όλα με φίλους. Υστερα πήγε στην Κύπρο όπου έμεινε δεκαπέντε χρόνια. Εκεί σπούδασε μάρκετινγκ, εκπαίδευε άλλους στις πωλήσεις, άνοιξε μια εταιρεία με συστήματα συναγερμού, δεν πήγε καλά, την έκλεισε, επέστρεψε στην Ελλάδα, συνεργάστηκε με εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, επίσης έβγαζε χρήματα (ωστόσο, εργοδότης του από εκείνη την εποχή κατήγγειλε στο Mega τους τεράστιους λογαριασμούς που έκανε σε «ροζ» τηλέφωνα και ότι είδε κι έπαθε μέχρι να παραδώσει ο Πολυχρονόπουλος το εταιρικό αυτοκίνητο).

Και μετά ήρθε η κρίση. Και σταμάτησαν οι ευκαιρίες για τους ανθρώπους που είχαν μάθει να ζουν κυνηγώντας τις. Ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος έχασε τη δουλειά του, επέστρεψε στο πατρικό του, έπεσε, όπως λέει, σε κατάθλιψη. Και τότε ήρθε το κίνημα των «Αγανακτισμένων». Από τις πρώτες μέρες συντάχθηκε μαζί τους. Ηταν μάλιστα στην «Ομάδα Ψυχραιμίας» που φρόντιζε να μην εξάπτονται τα πνεύματα μεταξύ των διαδηλωτών. Εκεί του καρφώθηκε η ιδέα του «Αλλου Ανθρώπου». Μια μέρα που είδε δυο πιτσιρίκια να τσακώνονται πάνω από ένα κάδο με φρούτα που πέταγαν μετά το τέλος της λαϊκής, άρχισε να μοιράζει τοστ στον δρόμο. Και τον Δεκέμβριο του 2011 έστησε για πρώτη φορά, στην Καλλιδρομίου, το καζάνι του. Από τότε λέει ότι πορεύτηκε με έναν κανόνα. Οσοι ήθελαν να βοηθήσουν τον «Αλλο Ανθρωπο» θα έπρεπε και να συμμετέχουν, έστω και μια φορά, στην παρασκευή του φαγητού αλλά και να φάνε μαζί με τους υπόλοιπους, δεν αρκούσε να προσφέρουν σε είδος ή χρήματα. Πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, ο Γιώργος Μαζωνάκης μαγείρεψε αρκετές φορές. Ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος έγινε ένα είδος σταρ της αλληλεγγύης σε μία εποχή που η φιλανθρωπία και η ενσυναίσθηση μπορεί να σε κάνει διάσημο με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι κουζίνες του «Αλλου Ανθρώπου» έγιναν δεκαεφτά και τρεις στο εξωτερικό, Τουρκία, Ισπανία, Ολλανδία. Ο ίδιος βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες.

Δεν είναι η πρώτη φορά τον τελευταίο χρόνο που ένα όνομα ταυτισμένο στη συνείδηση του κόσμου με την προσφορά και την αλληλεγγύη πρωταγωνιστεί σε ένα σκάνδαλο που έχει να κάνει με τη διαχείριση των χρημάτων τα οποία προσφέρουν οι άνθρωποι, πολλές φορές από το υστέρημά τους. Το σοκ της κοινής γνώμης με τον πατέρα Αντώνιο και την «Κιβωτό» είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθούν οι δωρεές σε ανάλογα ιδρύματα. Κάτι αντίστοιχο φαντάζομαι ότι θα γίνει και με τα «φρουτάκια» του «Αλλου Ανθρώπου». Είναι αναμενόμενο, η βασική αντίδραση όταν βλέπεις να εκπίπτουν αυτοί που είχες αναγάγει σε «σύγχρονους αγίους». Κυριαρχούν η απογοήτευση, η δυσπιστία και ένα είδος «αυτομομφής» για το πώς πιάστηκες κορόιδο.

Οι μισοί από όσους πίστεψαν και συνέδραμαν τον «Αλλο Ανθρωπο» θα πουν «Ναι, αλλά μοίρασε τόσα εκατομμύρια μερίδες φαγητού». Και θα έχουν δίκιο. Οι άλλοι μισοί θα φτύσουν τον κόρφο τους. Και επίσης θα έχουν δίκιο. Κι αν αχνοφέγγει κάπου μια αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι που προσφέρουν πραγματικά, αποφεύγουν να φαίνονται, να γίνονται σταρ. Γι’ αυτό δεν τους ξέρουμε, όχι γιατί δεν υπάρχουν.

Related Posts