Από εκείνο το ξεχασμένο γεγονός που συνέβη όταν ήμουν στο δημοτικό θυμάμαι τις οιμωγές των γυναικών και τα στριγκλίσματα των μικρών παιδιών. Μια γυναίκα είχε έρθει αλαφιασμένη στη μικρή πλατεία, μπροστά στο παντοπωλείο-καφενείο του Μάζη, του νονού μου, όπου οι άνθρωποι χορεύανε, και τους ανακοίνωσε το έγκλημα. Ηταν Κυριακή βράδυ. Ο Θανάσης, ο γιος του Βαγγέλη του Χατζή, είχε σκοτώσει τον Γεράσιμο, τον γαμπρό του, μπροστά στην αδελφή του, την Γκόλφω. Οπλο του εγκλήματος ήταν ένα μαχαίρι. Οι δύο συγγενικές οικογένειες ζούσαν στο ίδιο σπίτι. Στο ισόγειο ο Γεράσιμος με την Γκόλφω και την τρίχρονη κόρη τους. Στον πρώτο όροφο έμεναν οι γονείς της Γκόλφως, ο Βαγγέλης και η Μαγδαληνή, με την ανήλικη κόρη τους, τη Χρυσάνθη, που είχε αποφοιτήσει από το δημοτικό και έκανε δουλειές στο σπίτι. Μαζί τους έμενε και ο Θανάσης.

Στο άκουσμα της είδησης οι οργανοπαίχτες, που έπαιζαν τη «Γερακίνα», σταμάτησαν, ο χορός διαλύθηκε και οι παριστάμενοι σχημάτισαν πηγαδάκια για να κουβεντιάσουν το αναπάντεχο νέο. Ορισμένοι τράβηξαν για το μέρος όπου έγινε το φονικό, κάπου εκατό μέτρα από την πλατεία, κοντά στο Πάνω Πηγάδι. Μαζί τους πήγε κι πατέρας μου, λέγοντάς μου να γυρίσω στο σπίτι.

Εκανα όπως με διέταξε και σε λίγα λεπτά είπα στη μητέρα μου τι είχε συμβεί.

«Ο Θανάσης του Χατζή σκότωσε τον γαμπρό του» της είπα.

«Δεν μπορεί να τον σκότωσε αυτός» απάντησε.

«Γιατί;»

«Ηταν καλός άνθρωπος».

Μου εξήγησε πως ο Θανάσης πήγαινε στην εκκλησία, πως δεν μάλωνε ποτέ με κανέναν. Ημουν μπερδεμένος. Το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έγινε.

Το ίδιο βράδυ, αργά όμως, ήρθαν οι χωροφύλακες από τους Καστελάνους και πήραν τον φονιά. Δεν αντιστάθηκε, δεν προσπάθησε να κρυφτεί. Ομολόγησε αμέσως.

*

Από τότε άρχισαν τα κουτσομπολιά. Ολοι πίστευαν ότι ο Βαγγέλης σκότωσε τον τριαντάχρονο γαμπρό του, και ότι ο Θανάσης ομολόγησε για χάρη του πατέρα του. Ο γιος πήρε την ευθύνη πάνω του, για να μην ταλαιπωρηθεί στη φυλακή εκείνος.

Σύμφωνα με τη μητέρα μου, η οποία μού μετέφερε τα σχόλια των γυναικών του χωριού, ο Γεράσιμος απατούσε την Γκόλφω με κάποια γυναίκα από τη γειτονιά. Συχνά μεθούσε, γινόταν βίαιος, τη χτυπούσε. Ηταν αγρότης, δεν είχε πολλά εισοδήματα και ξόδευε τα λεφτά του εδώ κι εκεί. Ο Θανάσης και ο Βαγγέλης έκαναν μεροκάματα και βοηθούσαν οικονομικά την Γκόλφω.

Αργότερα, στην πόλη έγινε η δίκη του Θανάση που ήταν εικοσιπέντε χρονών. Με βάση την ομολογία του δράστη και τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων, του Βαγγέλη και της Γκόλφως, αφού η μητέρα του και η μικρότερη αδελφή του, η Χρυσάνθη, βρίσκονταν σ’ ένα συγγενικό σπίτι, οι δικαστές και οι ένορκοι τον καταδίκασαν με ελαφρυντικά λόγω του πρότερου εντίμου βίου του. Ολοι έμειναν ευχαριστημένοι από την απόφαση, ακόμα και οι συγγενείς του Γεράσιμου.

Κατά τη διάρκεια της δίκης δεν υπήρξαν αιφνιδιασμοί, όλα όσα ειπώθηκαν από τους μάρτυρες ήταν γνωστά. Ο Θανάσης κάποτε είχε απειλήσει τον γαμπρό του για τη βίαιη συμπεριφορά του. Ωστόσο, η μικρή κοινωνία του χωριού πίστευε πως δράστης ήταν ο Βαγγέλης, ο πεθερός του θύματος. Μετά τη φυλάκιση του Γεράσιμου, τα σχόλια, τα κουτσομπολιά, οι ερμηνείες περιορίστηκαν, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς.

Σύντομα, η υπόθεση σχεδόν ξεχάστηκε, κανένας δεν ενοχλούσε την Γκόλφω με αδιάκριτες ερωτήσεις για τον φόνο του άντρα της. Η γυναίκα συνέχιζε τη ζωή της, ανατρέφοντας την κόρη της.

*

Εκανα τη γνωριμία του υποτιθέμενου φονιά μερικά χρόνια αργότερα, μετά την αποφυλάκισή του. Ημουν πλέον μαθητής στο γυμνάσιο. Οταν χρειάστηκα κούρεμα, ο πατέρας μ’ έστειλε στο καινούργιο κουρείο που είχε ανοίξει στην Οβριακή της Κέρκυρας, στην οδό Παλαιολόγου. Βρισκόταν πενήντα μέτρα από το μαγαζί του, ένα κατάστημα ψιλικών. Απ’ έξω είχε μια μικρή ταμπέλα με μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο: «Κουρείον, η ειλικρίνεια». Μπήκα μέσα, είπα στον κουρέα ποιος είμαι κι εκείνος με καλωσόρισε. Ηταν κοντός και μάλλον παχουλός. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι άντρες ήταν αδύνατοι, αυτός ξεχώριζε με τα παχάκια του. Στο πρόσωπό του απλωνόταν μια γλυκιά έκφραση. Εμοιαζε με παπά, επειδή είχε γένια. Είχε μάθει να κουρεύει στη φυλακή, όπου φαίνεται πως περνούσε καλά. Ηταν αγροτική φυλακή και η μια μέρα εγκλεισμού υπολογιζόταν για δύο.

Μετά από τα τυπικά, κάθισα στην πολυθρόνα και ο Θανάσης με κούρεψε σιωπηλά. Μόλις ο πατέρας γύρισε στο σπίτι, αργά το βράδυ, μετά το κλείσιμο του μαγαζιού, μου μίλησε για τον φόνο και την καταδίκη του ανθρώπου που με είχε κουρέψει. Μέχρι τότε είχε αποφύγει να μου μιλήσει για το παλιό έγκλημα. Μπορεί να νόμιζε πως το είχα ξεχάσει, αλλά εγώ το θυμόμουν.

Η μητέρα συμπλήρωσε την αφήγηση με άγνωστες λεπτομέρειες, όπως ότι, με το μαχαίρι στο στήθος, ο Γεράσιμος πέφτοντας φώναξε «Μανούλα μου, με φάγανε!»

Οι λεπτομέρειες δεν προέρχονταν από τον Θανάση, ο οποίος δεν μιλούσε σε κανέναν για το φονικό, επειδή δεν ήταν φρόνιμο να σκαλίζει τις παλιές πληγές. Οι μεγάλοι που τον γνώριζαν – όπως ο πατέρας μου -, δεν αποτολμούσαν ν’ ανοίξουν συζήτηση για το θέμα κι έτσι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έμεναν στο σκοτάδι. Εξάλλου, κανένας από τους πελάτες του, όλοι κάτοικοι της πόλης, δεν ήξερε την ιστορία του από το χωριό. Σε όποιον ρωτούσε έλεγε πως ήταν ναυτικός, έτσι δικαιολογούσε την πολύχρονη απουσία του από το νησί.

Εκτοτε άρχισα να πηγαίνω τακτικά στο κουρείο και την ώρα που με κούρευε μου διηγιόταν ιστορίες από τα ταξίδια του. Είχε μπαρκάρει, μου είπε, έκανε τον παραμάγειρα, έτρωγε πολύ κι από τότε πήρε βάρος. Διψασμένος για ιστορίες, τον επισκεπτόμουν για να τον ακούσω να μου αφηγείται τις ιστορίες του.

Στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελα ήταν να μάθω τα σχετικά με τον φόνο από πρώτο χέρι. Ισως κατά βάθος από τότε να ήθελα να γίνω συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών. Οταν πήρα θάρρος και του ομολόγησα πως ήξερα ποιος είναι και πως το μοιραίο βράδυ της Κυριακής βρισκόμουν στην πλατεία του χωριού, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ναι, κάμποσα χρόνια ήταν στη φυλακή. Σιγά σιγά, άρχισε τις εκμυστηρεύσεις.

Μου εξομολογήθηκε πως υπέφερε από την έλλειψη γυναίκας. Πριν από το φονικό, σχετιζόταν με μια κοπέλα του χωριού και σκόπευαν να παντρευτούν. Τώρα εκείνη είχε παντρευτεί, είχε παιδιά, τον είχε ξεγράψει. Καμιά κοπέλα δεν τον ήθελε, καμιά δεν θα μπορούσε να παντρευτεί έναν φονιά. Η μόνη λύση, για να φτιάξει τη ζωή του, ήταν να βρει νύφη από άλλο χωριό ή από άλλο νησί.

*

Ο Θανάσης κι εγώ είχαμε πλέον γίνει φίλοι, παρά τη διαφορά ηλικίας: έμπαινα στην εφηβεία κι εκείνος ήταν ολόκληρος άντρας. Του μιλούσα για τα μαθήματά μου στο γυμνάσιο, για τα όνειρά μου να γίνω ναυτικός και να γυρίσω τον κόσμο.

«Εσύ τον σκότωσες τον γαμπρό σου;» τον ρώτησα μια μέρα.

«Οχι».

«Ποιος;»

«Δεν ξέρεις τις φήμες που κυκλοφόρησαν τότε;»

«Ημουν μικρός, δεν τις θυμάμαι» του είπα ψέματα.

Τότε μου αποκάλυψε πως τον φόνο τον είχε κάνει ο Βαγγέλης, ο πατέρας του, ο οποίος από καιρό σχεδίαζε να ξεκάνει τον Γεράσιμο επειδή βασάνιζε την κόρη του, την Γκόλφω. Ο Βαγγέλης είτε από τον καημό του που ο γιος του ήταν στη φυλακή είτε από τις τύψεις είχε πεθάνει, οπότε δεν υπήρχε κανένας λόγος να κρύβει την αλήθεια.

Το καλοκαίρι, μετά από τις εξετάσεις στο γυμνάσιο, τον επισκέφτηκα και μου φάνηκε πιο σοβαρός από συνήθως. Του ανακοίνωσα την απόφαση του πατέρα μου να φύγουμε οικογενειακώς για την Αθήνα διότι οι δουλειές στο μαγαζί δεν πήγαιναν καλά. Θα φεύγαμε σύντομα για τον Πειραιά με το ατμόπλοιο «Αγγέλικα».

«Δεν θα ξαναγυρίσετε;» με ρώτησε.

«Οχι. Το νησί δεν μας χωράει πια. Ο πατέρας μου πούλησε το σπίτι και τα χτήματα. Θα μείνουμε στην Αθήνα για πάντα».

«Θα χάσω τη συντροφιά σου» είπε.

«Κι εγώ θα χάσω τις ωραίες ιστορίες σου».

Ξαφνικά, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Το σκούπισε γρήγορα γρήγορα με την παλάμη του και έστρεψε αλλού το πρόσωπό του.

Τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου απάντησε πως μου είχε πει ένα ψέμα σχετικά με το έγκλημα.

«Τι ψέμα;»

«Τον γαμπρό μου δεν τον σκότωσε ο πατέρας μου!»

«Ποιος το ‘κανε;»

«Η αδελφή μου η Γκόλφω!»

«Γιατί;»

Στο σημείο αυτό, ο Θανάσης δίστασε, δυσκολευόταν να απαντήσει.

«Επειδή την κακομεταχειριζόταν».

Οταν επέστρεψα στο μαγαζί, εκμυστηρεύτηκα στον πατέρα μου αυτό που μόλις είχα ακούσει. Δεν ήξερα αν είναι καλό ή κακό, πάντως του ανακοίνωσα την είδηση, ελπίζοντας πως δεν θα την κοινοποιούσε σε κανέναν. Εκείνος δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται.

«Θυσιάστηκε για την αδελφή του, για να μεγαλώσει το παιδί της» είπε.

Στη συνέχεια, μου μίλησε για την αγάπη του Θανάση για τις δύο αδελφές του, την Γκόλφω και τη Χρυσάνθη, η οποία παντρεύτηκε σε διπλανό χωριό. Ο Γεράσιμος, πρόσθεσε, ήταν ξένο σώμα στην οικογένεια κι έπαθε ό,τι έπαθε από δική του υπαιτιότητα.

*

Αφήσαμε τις Κυνοπιάστες και ήρθαμε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας άνοιξε μαγαζί στην Καλλιθέα. Η υπόθεση του φονικού είχε ξεχαστεί, άλλα μελήματα απασχολούσαν το μυαλό μας. Πέρασαν χρόνια, και μια μέρα που συζητούσαμε για τους ανθρώπους του χωριού και το τι απέγιναν, ο πατέρας μου αναφέρθηκε σ’ εκείνη την παλιά ιστορία, στον Θανάση, στον σκοτωμένο Γεράσιμο και στην Γκόλφω.

«Τώρα που μεγάλωσες, μπορώ να σου πω τι ακριβώς έγινε σ’ εκείνη την οικογένεια» μου είπε.

«Μα, το ξέρω. Μου τα αποκάλυψε ο Θανάσης».

«Δεν σου τα είπε όλα, σου έκρυψε την αλήθεια. Ησουν πολύ μικρός. Δεν ήταν σωστό για την ηλικία σου ν’ ακούσεις την αιτία που η Γκόλφω σκότωσε τον άντρα της».

«Τον σκότωσε γιατί τη χτυπούσε, γιατί έπινε, γιατί δεν της έδινε λεφτά για τις ανάγκες του σπιτιού».

«Σαχλαμάρες! Αλλος ήταν ο λόγος».

«Ποιος;» έκανα ανυπόμονα.

«Είχαν και οι τρεις σοβαρό λόγο να θέλουν να τον ξεκάνουν. Κι ο Βαγγέλης και ο Θανάσης και η Γκόλφω. Ο Γεράσιμος είχε αποπλανήσει την μικρότερη αδελφή της, τη Χρυσάνθη. Η μητέρα τους το γνώριζε αλλά δεν συμμετείχε στις διαβουλεύσεις. Απλώς η Γκόλφω είχε περισσότερο θάρρος από τον πατέρα και τον αδελφό της. Αυτή άρπαξε το μαχαίρι και το κάρφωσε στην καρδιά του άντρα της».

Δεν μίλησα, δεν είχα τι να πω. Ηταν κάτι που δεν είχε περάσει από το μυαλό μου κι ας είχα αρχίσει να γράφω σ’ ένα τετράδιο αστυνομικές ιστορίες.

Το τελευταίο βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου είναι «Ο κήπος με τις φράουλες», εκδ. Πατάκης, 2020

Related Posts