Ο δημόσιος διάλογος για τη «μεταρρυθμιστική καταιγίδα» που η κυβέρνηση αποφάσισε να φέρει στην ελληνική Βουλή, στην αρχή της δεύτερης θητεία της, επανέφερε στο προσκήνιο και τη συζήτηση για την ουσία, το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για μια συζήτηση μέσω της οποίας ένα κομμάτι της κοινωνίας και των πολιτικών δυνάμεων που το εκπροσωπούν, επιχειρούν, για λόγους υπεράσπισης συντεχνιακών ή κομματικών συμφερόντων, να αποδομήσουν και να απαξιώσουν τον όρο «μεταρρύθμιση», ως την αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και των αναποτελεσματικών μορφών οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας.

Η αντιπαράθεση για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων χαράσσει διαχρονικά τη βαθιά διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση. Είναι μια σύγκρουση που διεγείρει τις χρόνιες προκαταλήψεις, δοκιμάζει τις προοδευτικές αντοχές και μετατρέπει τις ιδεολογίες σε ιδεοληψίες που επιδιώκουν να φράξουν τον δρόμο σε κάθε αλλαγή που απειλεί τα κεκτημένα του πελατειακού, γραφειοκρατικού και συντεχνιακού κατεστημένου. Η προσπάθεια διάκρισης των μεταρρυθμίσεων σε προοδευτικές και αντιδραστικές – λες και η συντήρηση της ακινησίας απαιτεί μεταρρύθμιση – ανοίγει την κερκόπορτα για την εκ των προτέρων υπονόμευση κάθε μεταρρυθμιστικής πρότασης.

Ο «μεταρρυθμιστικός» διάλογος των ημερών γύρω από τις προς ψήφιση μεταρρυθμίσεις φέρνει στην επιφάνεια παθογένειες του πολιτικού συστήματος αλλά και της ελληνικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δημόσια συζήτηση του νομοσχεδίου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Η συνταγματικά προβλεπόμενη ισότητα των δικαιωμάτων την οποία υποχρεούται να διασφαλίζει η πολιτεία για όλους τους πολίτες, μπήκε σε δεύτερη μοίρα από τους βουλευτές που επέλεξαν να προτάξουν προσωπικές σκοπιμότητες. Με παρέμβαση της «επικρατούσας θρησκείας» τέθηκε στην ημερήσια διάταξη και η «δημοκρατική», μέσω δημοψηφισμάτων, δυνατότητα της πλειοψηφίας να στερεί από μια μειοψηφία δικαιώματα που απολαμβάνει η ίδια. Ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους αποκτά ολοένα και πιο επείγοντα χαρακτήρα.

Η κομματική αντιπαράθεση μετατίθεται συχνά από το ουσιαστικό περιεχόμενο των μεταρρυθμίσεων σε μια επικοινωνιακή διαμάχη εντυπώσεων. Στο θέμα της δυνατότητας ίδρυσης «μη κρατικών-μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων» για παράδειγμα, αυτό που ενδιαφέρει τους πολίτες είναι η εύρυθμη λειτουργία σύγχρονων ερευνητικών και διδακτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είτε πρόκειται για αναβαθμισμένα δημόσια Πανεπιστήμια είτε για υψηλών προδιαγραφών μη κρατικά. Είναι καιρός, η αντιπαράθεση για την ανώτατη εκπαίδευση να περάσει από τη στείρα ιδεοληπτική σύγκρουση σε μια δημιουργική συζήτηση για την εξασφάλιση της παροχής υψηλής ποιότητας γνώσης με στόχο την ανάδειξη σύγχρονων ακαδημαϊκών πολιτών ικανών να στελεχώσουν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας στη νέα εποχή.

Η μεγάλη πρόκληση και ταυτόχρονα το στοίχημα για τη χώρα μας είναι η προώθηση και υλοποίηση των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών αλλά και την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών. Οι κομματικές ηγεσίες – κυβέρνησης και αντιπολίτευσης – οφείλουν να αναλάβουν το πολιτικό κόστος που τους αναλογεί ξεπερνώντας τις αντιστάσεις των δυνάμεων της κοινωνικής αδράνειας, του πολιτικού αναχρονισμού και της σκοταδιστικής οπισθοδρόμησης. Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας έχει επείγουσα και απόλυτη προτεραιότητα έναντι οποιωνδήποτε μικροκομματικών παιχνιδιών και δημοσκοπικών βλέψεων. Σε αντίθετη περίπτωση, η εμβληματική φράση του Γατόπαρδου «να αλλάξουν όλα για να μείνουν τα ίδια» θα συνεχίσει να πλανιέται απειλητικά πάνω από το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Ο Γιάννης Μεϊμάρογλου είναι εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Μεταρρύθμιση»

Related Posts