Στις 22 Ιανουαρίου, ο ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι εγκαινίασε το Ραμ Μαντίρ, έναν νέο, τεράστιο ινδουιστικό ναό στην Αγιόντια. Εχοντας πάρει ρόλο «αρχιερέα του Ινδουισμού», σύμφωνα με τα λόγια του βιογράφου του, ο Μόντι προσέφερε δώρα και ευλογίες σε ένα άγαλμα του θεού Ράμα, μιας από τις πλέον σεβαστές ινδουιστικές θεότητες, ο οποίος υποτίθεται ότι γεννήθηκε σε αυτό το ιερό σημείο. Ο ναός είναι επίσης ένα ισχυρό πολιτικό σύμβολο για τον Μόντι και το κυβερνών κόμμα του, Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP): χτίστηκε πάνω στα ερείπια ενός τζαμιού του 16ου αιώνα, το οποίο κατεδάφισε το 1992 ένας ινδουιστικός-εθνικιστικός όχλος υποκινούμενος από τους ηγέτες του BJP, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν θρησκευτικές ταραχές που άφησαν πίσω τους 2.000 νεκρούς.

Ο Μόντι υπόσχεται να δημιουργήσει μια «νέα Ινδία», με την οποία εννοεί μια ινδουιστική Ινδία, όπου οι περισσότεροι από 200 εκατομμύρια μουσουλμάνοι της χώρας θα θεωρούνται παρείσακτοι. Δυστυχώς, δεν είναι ο μόνος που ασπάζεται αυτό το είδος της θρησκευτικής πολιτικής.

Οσο απίθανο κι αν φαίνεται για ένα αθυρόστομο σεξουαλικό αρπακτικό, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από τους οπαδούς του ως σωτήρας της Χριστιανοσύνης, ο οποίος θα εκκαθαρίσει τις ΗΠΑ από αριστερούς, φεμινίστριες, ομοφυλόφιλους, μετανάστες, φιλελεύθερους ελιτιστές και άλλους αμαρτωλούς. Διαφημιστικό βίντεο που αναρτήθηκε πρόσφατα στον ιστότοπό του, το Truth Social, τροφοδοτεί αυτό το αφήγημα, υποστηρίζοντας: «Ο Θεός έπρεπε να βρει κάποιον πρόθυμο να μπει στη φωλιά των οχιών. Να ξεμπροστιάσει τα fake news στη γλώσσα τους που είναι κοφτερή όπως του φιδιού. Το δηλητήριο της οχιάς είναι στα χείλη τους. Ετσι ο Θεός έφτιαξε τον Τραμπ».

Οι Ευαγγελικοί Πεντηκοστιανοί, καθώς και οι αντιδραστικοί Καθολικοί, πιστεύουν τώρα ότι ο Τραμπ είναι κάτι περισσότερο από μια πολιτική προσωπικότητα. Ο πρώην πρόεδρος χρίστηκε από τον Θεό να κάνει την Αμερική ξανά σπουδαία. Ναι, διώκεται για επίθεση σε μια γυναίκα, ανατροπή εκλογών με βία και απάτη, αλλά αυτό δείχνει πως είναι ένας μάρτυρας που διώκεται από μοχθηρούς εχθρούς, όπως ακριβώς ο Ιησούς Χριστός. Η θρησκευτική πολιτική είναι η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία, περισσότερο από την κοινωνική ή οικονομική ανισότητα, τους ψεύτες πολιτικούς ή τη διαφθορά, όλα ήδη αρκετά κακά. Οι φιλελεύθεροι δημοκρατικοί θεσμοί υπάρχουν για να επιλύουν συγκρούσεις συμφερόντων. Οι διαφωνίες σχετικά με τη φορολογία, τη χρήση της γης, τις αγροτικές επιδοτήσεις και ούτω καθεξής μπορούν να διευθετηθούν με επιχειρήματα και συμβιβασμούς μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Τα ιερά ζητήματα, ωστόσο, δεν μπορούν. Η αλήθεια του Θεού είναι αδιαπραγμάτευτη.

Αυτός είναι ο λόγος που μια μαχητική θρησκευτική ομάδα όπως η Χαμάς δεν μπορεί να γίνει ένα δημοκρατικό πολιτικό κόμμα. Σε ένα ριζοσπαστικό ισλαμικό κράτος, δεν υπάρχει χώρος για συζήτηση ή συμβιβασμό. Το ίδιο ισχύει και για τους ισραηλινούς θρησκευτικούς εξτρεμιστές που πιστεύουν ότι τα δικαιώματά τους δικαιολογούνται από τη Βίβλο. Τα δικαιώματα στο νερό είναι συζητήσιμα – η ιερή γη δεν είναι.

Το θέμα δεν είναι να προσπαθήσουμε να θεραπεύσουμε την ανθρωπότητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η επιθυμία υποταγής σε μια ανώτερη αρχή, πίστης στη ζωή μετά τον θάνατο, εορτασμού των σταδίων της ζωής με ιερά τελετουργικά, είναι ένα παγκόσμιο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Αλλά τέτοιες επιθυμίες ανήκουν στις εκκλησίες, τους ναούς, τις συναγωγές και τα τεμένη, όχι στον πολιτικό διάλογο. Η θρησκευτική και η πολιτική εξουσία δεν πρέπει να επικαλύπτονται.

Ο λόγος που τόσo πολλές δημοκρατίες απειλούνται τώρα από τη μεσσιανική πολιτική δεν είναι επειδή η οργανωμένη θρησκεία έχει αποκτήσει περισσότερη δύναμη. Στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, τουλάχιστον, η εκκλησιαστική εξουσία έχει σχεδόν ολοκληρωτικά καταρρεύσει. Αυτό ισχύει ακόμη και στις ΗΠΑ: ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους πιστούς στο ένα ή το άλλο δόγμα, πολλοί χριστιανοί Αμερικανοί, ιδίως εκείνοι που έλκονται από τον Τραμπ ως σωτήρα, ακολουθούν ανεξάρτητους ιεροκήρυκες ή πνευματικούς επιχειρηματίες.

Σε πολλά μέρη της Ευρώπης, όπου ο δεξιός λαϊκισμός ανεβαίνει, η διάβρωση της εκκλησιαστικής εξουσίας που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 άφησε σαν χαμένους ανθρώπους που πήγαιναν τακτικά στην εκκλησία και περίμεναν από τους ιερείς και τους πάστορές τους να τους πουν πώς να ψηφίσουν. Σήμερα, είναι αγχωμένοι και μπερδεμένοι εξαιτίας των δημογραφικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών και οικονομικών αλλαγών, και αναζητούν έναν σωτήρα που θα τους οδηγήσει σε έναν απλούστερο, πιο σίγουρο και ασφαλή κόσμο. Υπάρχουν πολλοί διψασμένοι για εξουσία δημαγωγοί πρόθυμοι να ικανοποιήσουν αυτή τους την επιθυμία.

Ο Ιαν Μπορούμα είναι ολλανδός συγγραφέας και ιστορικός. Είναι καθηγητής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημοσιογραφίας στο Κολέγιο Μπαρντ στη Νέα Υόρκη. Βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Θύραθεν

Related Posts