Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, ενόψει ευρωεκλογών, εκείνο της Ακροδεξιάς. Πολιτικοί, αναλυτές, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, όλοι μιλούν για την «ακροδεξιά επέλαση» και τον κίνδυνο η Ακροδεξιά να «σαρώσει» στις εκλογές της 9ης Ιουνίου 2024.

Θα επιχειρήσουμε να τοποθετήσουμε την πολιτική παρουσία της Ακροδεξιάς στις πραγματικές της διαστάσεις, δεδομένου ότι η υπερβολή, πολλές φορές, αποκρύπτει την πραγματικότητα.

Ξεκινώντας με τους αριθμούς, ένας ασφαλής δείκτης είναι η δύναμη των βουλευτών κάθε πολιτικής ομάδας, δεδομένου ότι οι εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο διενεργούνται σε όλες τις χώρες με παραλλαγές της απλής αναλογικής.

Τα κόμματα της Ακροδεξιάς στο απερχόμενο Ευρωκοινοβούλιο είχαν περίπου 20% των εδρών και σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις αναμένεται να καταλάβουν περίπου το 25% των εδρών στο νέο Κοινοβούλιο. Πρόκειται για μια άνοδο 25% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν θέτει σε κίνδυνο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οι τέσσερις βασικές συνιστώσες του Ευρωκοινοβουλίου – συντηρητικοί, σοσιαλιστές, πράσινοι και φιλελεύθεροι – συγκροτούν μια άνετη πλειοψηφία που, με τους κατάλληλους συμβιβασμούς, θα κυριαρχήσει σε όλους τους κρίσιμους αρμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Θα αντιτείνει κανείς ότι, εάν τα ακροδεξιά κόμματα συμφωνήσουν μεταξύ τους για να δημιουργήσουν μια ενιαία ευρωομάδα, αυτή θα είναι δεύτερη σε δύναμη ομάδα, μετά το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Υποστηρίζουμε ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι πολύ δύσκολο να γίνει πραγματικότητα για μια σειρά από λόγους.

Ο σημαντικότερος είναι ότι τα ακροδεξιά κόμματα έχουν μια μακρά ιστορία διασπάσεων και συγκρούσεων που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ακροαριστερά (κυρίως τροτσκιστικά) γκρουπούσκουλα. Η πρώτη ακροδεξιά ομάδα δημιουργήθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο το 2007 με το όνομα «Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία» και άντεξε μόλις 10 μήνες. Διαλύθηκε όταν η ιταλίδα ευρωβουλευτής Αλεξάντρα Μουσολίνι εκφράστηκε με απρέπεια για τους ρουμάνους μετανάστες στην Ιταλία. Οι ευρωβουλευτές από τη Ρουμανία αποχώρησαν και η ομάδα διαλύθηκε. Παρόμοιες συγκρούσεις παρατηρήθηκαν και στις επόμενες συνόδους, με αποκορύφωμα το 2014 όταν για ένα χρόνο δεν μπορούσε να δημιουργηθεί ομάδα.

Οι διαλυτικές τάσεις δεν είναι μόνο θέμα προσωπικών διενέξεων και φιλοδοξιών. Προέρχονται κυρίως από την τεράστια πολιτική ανομοιογένεια αυτού του χώρου. Σε μια σειρά από θέματα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η στάση απέναντι στο Ισραήλ και η αντιμετώπιση της Ρωσίας, είναι αδύνατο να βρεθεί ελάχιστος κοινός παρονομαστής.

Παράλληλα, αρκετά ακροδεξιά κόμματα έχουν αρχίσει να προβάλλουν μετριοπαθείς θέσεις, πιστεύοντας ότι έτσι θα βγουν από το πολιτικό περιθώριο. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της Μελόνι και της Λεπέν, που προβάλλουν μια τελείως νέα πολιτική ταυτότητα που έχει ελάχιστη σχέση με προηγούμενες θέσεις τους. Ηδη η Λεπέν δήλωσε ότι δεν θέλει να είναι στην ίδια ομάδα με το γερμανικό AfD, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι παλαιότερα η Λεπέν είχε θέσει βέτο στην αποδοχή της Χρυσής Αυγής στην ακροδεξιά ευρωομάδα.

Τα παραπάνω δεν είναι προτροπή προς εφησυχασμό. Απλώς, δείχνουν ότι οι εχθροί της Δημοκρατίας δεν είναι τόσο ισχυροί όσο ενδεχομένως να νομίζαμε. Ωστόσο, η εναντίωση στις ιδέες και τις αντιλήψεις τους είναι επείγουσα ανάγκη για τα κυρίαρχα κόμματα, που αρκετές φορές βλέπουν με θετικό τρόπο τη συνεργασία με ακροδεξιά κόμματα.

Ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος είναι  δημοσιογράφος και συγγραφέας

Related Posts