Την πλήρη εναρμόνισή της με τη «Διακήρυξη των Αθηνών» απέδειξε για πολλοστή φορά η Τουρκία όταν ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Φιντάν έσπευσε όχι απλώς να υπερθεματίσει στις απειλές της Χεζμπολάχ εναντίον της Κύπρου, αλλά να υποδείξει διά… τηλεοράσεως στην τρομοκρατική οργάνωση ότι δεν πρέπει να ξεχάσει και τον ρόλο που έχουν ελληνικά νησιά στον πόλεμο, αναφερόμενος στην Κρήτη, καλώντας την ουσιαστικά να τα συμπεριλάβει στους στόχους της! Ως καλός φίλος όμως, είχε την ευγένεια να καλέσει την Ελλάδα να μείνει μακριά από τον πόλεμο, γιατί, όπως είπε, δεν θα της βγει σε καλό…

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε μία υποτίθεται «σκληρή» ανακοίνωση για τις προκλητικές δηλώσεις Φιντάν, πλην όμως, ουδείς λαμβάνει πλέον σοβαρά το εν λόγω υπουργείο και τις σχετικές ανακοινώσεις του, καθώς αυτές είναι παντελώς κενές ουσίας: όταν η Ελλάδα υφίσταται τη μία πρόκληση μετά την άλλη και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να διεξάγει τον εφ’ όλης της ύλης μυστικό διάλογο με την Αγκυρα, τι αξία έχει το να γκρινιάζει η διπλωματική της υπηρεσία η οποία, την ώρα που το κάνει, παράλληλα, εργάζεται γι’ αυτόν τον διάλογο; Με αυτές τις αντιφάσεις πλήρους ασυνέπειας, η αξιοπιστία της έχει δυστυχώς εκμηδενιστεί στα μάτια εχθρών και φίλων.

Αλλωστε δεν είναι μόνον οι εξοργιστικές δηλώσεις Φιντάν που θα έπρεπε από μόνες τους να αποτελέσουν αιτία διακοπής κάθε συζήτησης, αλλά πολλά ακόμα – λ.χ., πιο πρόσφατο δείγμα η NAVTEX με την οποία η Τουρκία προχωρά σε δήλωση εφαρμογής του παράνομου Τουρκολιβυκού Συμφώνου και της «Γαλάζιας Πατρίδας» και με την οποία εμφανίζει ως τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας εκτεταμένη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στη Ρόδο και την Κρήτη. Αντικείμενο είναι η πόντιση καλωδίων επικοινωνιών κατά το πρώτο 20ήμερο του Ιουλίου για λογαριασμό ιδιωτικής εταιρείας για διεθνή εργασία, με την Ελλάδα να απαντά με την… ίδια NAVTEX, στις ίδιες συντεταγμένες, για την… ίδια εργασία.

Ολα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση βαδίζει σε πλήρες και εξαιρετικά επικίνδυνο αδιέξοδο επιμένοντας σε έναν διάλογο ο οποίος είναι αδύνατον να καρποφορήσει και να φέρει οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα εκτός από την υποχώρηση έναντι των τουρκικών απαιτήσεων, οι οποίες ουδέποτε άρθηκαν τόσο λεκτικά, όσο και πρακτικά. Προσθέτει δε το ενδεχόμενο να βρεθεί κάποια στιγμή έναντι της οργής του Ερντογάν ότι έπεσε… θύμα πολύμηνης κοροϊδίας. Γιατί είναι προφανές ότι όταν έρθει η ώρα τού διά ταύτα το θερμόμετρο θα φτάσει στο κόκκινο σε χρόνο μηδέν. Η διαχείριση εκείνης της στιγμής θα είναι για την κυβέρνηση δυσκολότερη απ’ όσο ίσως φαντάζεται.

Εν μέσω όλων αυτών όμως, υπήρξε και κάτι που μοιάζει να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση: η ξαφνική χείρα βοηθείας της Αγκυρας στην υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Το αίτημα της επιστροφής τους είναι πολύ πιο παλιό απ’ ό,τι η κοινή γνώμη γενικά γνωρίζει. Αλλά ακόμα και στις δεκαετίες που έχουν περάσει από τότε που η Μελίνα Μερκούρη κατάφερε και το κατέστησε μεγάλο ζήτημα με διεθνή απήχηση, η Τουρκία ουδέποτε είχε κάνει αυτό που τώρα έπραξε: να δηλώσει, ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ότι ο Ελγιν ήταν νομικά ακάλυπτος. Οτι δεν υπάρχει φιρμάνι που του έδινε άδεια να πάρει τα Γλυπτά, ακυρώνοντας έτσι το βασικό επιχείρημα που επικαλείται η Βρετανία από την πρώτη ώρα.

Δεν υπάρχει προηγούμενο τέτοιας (ή άλλης) «γαλαντομίας» της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας σε κανένα επίπεδο. Και όπως η υπουργός Πολιτισμού παραδέχθηκε στη Βουλή, υπάρχει συμφωνία επί του θέματος, σε εφαρμογή της πολιτικής Μητσοτάκη, όπως είπε. Ομως, συμφωνία, ιδίως διακρατική, σημαίνει πάντα «μου δίνεις – σου δίνω». Αυτό είναι συμφωνία. Αλλιώς είναι δωρεά, ευγενική χορηγία, προσφορά αγάπης κ.ο.κ. Εδώ δηλώνεται ότι έχουμε συμφωνία. Αλλά γιατί τώρα, έπειτα από δεκάδες χρόνια; Και γιατί από αυτή τη symphonia misteriosa γνωστοποιήθηκε μόνο το «μου δίνεις» και για το «σου δίνω» τίποτα;

Related Posts