Πολύς λόγος γίνεται σε κάθε δημοσκόπηση για τις αξιολογήσεις των πολιτικών αρχηγών. Εστιάζουμε συχνά σε όσα δείχνουν, ή σε εκείνα που νομίζουμε ότι δείχνουν. Παραγνωρίζοντας ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού πλαισίου. Το οποίο επηρεάζει σημαντικά τις δυνατές επιλογές.

Αυτό που όντως δείχνουν οι αξιολογήσεις είναι ότι ο Πρωθυπουργός έχει πιο θετική εικόνα σε σχέση με την κυβέρνησή του, καθώς και με το κυβερνητικό κόμμα. Το γεγονός επιδέχεται πολλές δυνατές εξηγήσεις. Στον τρέχοντα χρόνο, η σημαντικότερη ίσως είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εστιάζει σε ένα ακροατήριο ελαφρώς διαφορετικό από το παραδοσιακό ακροατήριο του κόμματός του. Η εκλογική διατήρηση του οποίου είναι κρίσιμη για τα τελικά αποτελέσματα. Ιστορικά, αυτή η εστίαση πρέπει να συνδεθεί με την προσωπική πολιτική που ακολούθησε κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Οταν το ΠΑΣΟΚ είχε πολιτικά εγκλωβιστεί σε μία πολιτική αμφοτερόπλευρης άμυνας, ενώ ο παραδοσιακός συντηρητικός πολιτικός λόγος δεν έδινε εναλλακτική προοπτική. Και όλα αυτά φυσικά κατέστησαν δυνατά επειδή το ΠΑΣΟΚ είχε την ατυχία να κυβερνά τη στιγμή εκδήλωσης της χρεοκοπίας, το 2010. Μία χρεοκοπία που προετοιμαζόταν για χρόνια πριν. Κατά τα λοιπά, η πρόκληση για την αντιπολίτευση είναι να συνδέει τον Πρωθυπουργό με τις επιδόσεις των επιμέρους υπουργείων της κυβερνήσεώς του.

Στον χώρο της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, τα δημοσκοπικά δεδομένα νομίζω δεν εκτιμώνται ορθά. Παραγνωρίζεται ο πολλαπλασιασμός κομμάτων και προσώπων και η δυσχέρεια κυβερνητικής προοπτικής λόγω του εκλογικού μπόνους. Οταν υπάρχουν δύο μεσαία και δύο μικρά κόμματα είναι αυτονόητο ότι θα διχάζονται οι οπαδοί τους. Και ότι θα ανταγωνίζονται οι μεν τους δε. Επομένως, οι δημοτικότητες των αρχηγών τους θα υφίστανται αμοιβαία συμπίεση. Πιο απλά: ο Μπάιντεν, ο Ομπάμα, ακόμη και ο Κλίντον, είχαν πολύ χαμηλότερες επιδόσεις όταν ακόμη ήταν υποψήφιοι για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος (και ανταγωνίζονταν ανθυποψηφίους), σε σχέση με τις επιδόσεις τους ως μόνοι υποψήφιοι του κεντρώου/κεντροαριστερού χώρου στις εκλογές. Οταν δηλαδή εξέφραζαν τον έναν από τους δύο πόλους κυβερνητικής πρότασης. Και ακόμη χαμηλότερες σε σχέση με τη δημοτικότητα που απέκτησαν όταν έγιναν πρόεδροι της χώρας, φορείς δηλαδή της κυβερνητικής εξουσίας, όπως είναι σήμερα ο κύριος Πρωθυπουργός. Το βραχυπρόθεσμο δίδαγμα είναι, ο εύλογος συναγωνισμός των εκπροσώπων της Κεντροαριστεράς να μην υπερβεί ορισμένα όρια. Γιατί αλλιώς  η προσδοκία του οφέλους εκάστου κόμματος θα βλάπτει τη γενικότερη προοπτική του ευρύτερου χώρου.

Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται νομίζω ότι τα πορίσματα είναι κατά ένα μέρος προσωποπαγή, και, κατά τα λοιπά, συνάρτηση του ευρύτερου καταμερισμού πολιτικών δυνάμεων. Αυτά όμως μπορούν ευχερώς να μεταβληθούν, αν π.χ. ο Πρωθυπουργός προέβαινε σε ευρωπαϊκή μετάβαση, οπότε θα υπήρχε η δυνατότητα συνολικών μετατοπίσεων, ή αν είχαμε ευρύτερη αναδιάρθρωση της Κεντροαριστεράς.

Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ

Related Posts