Εδώ μπροστά, στον μεγάλο, ανοιχτό κήπο προσγειώνονται συχνά πέρδικες, σπουργίτια, μαυροπούλια, μια σουσουράδα με κιτρινόχρυση ουρά, περνούν ζεύγη δεκοχτούρες, ένας κοκκινολαίμης που έρχεται και χάνεται – είναι λογικό γιατί αυτό το σπίτι του λογιστή Σίμου Βαμπά βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού. Σπανίως κάθονται, για λίγο, περαστικά περιστέρια. Ομως, σήμερα, πρωί Μεγάλης Τρίτης, συνέβη το πιο αναπάντεχο. Ο Σίμος που είναι πενηντάρης, εσωστρεφής, τον ταλαιπωρούν ρευματικά και δεν βγαίνει συχνά απ’ το σπίτι, ακούει το πλατάγισμα μεγάλων φτερών, ενώ έκανε κάτι λογαριασμούς μέσα στο γραφείο, και βλέπει να προσγειώνεται βαριά, στο κέντρο του κήπου, ένα παγόνι. Σηκώνεται αργά, μουδιασμένος, απορημένος, πλησιάζει πλάγια στο μισάνοιχτο τζάμι και αρχίζει να παρατηρεί κρυφά το παγόνι που είναι προφανώς αρσενικό, με αστραφτερό, παθολογικό πρασινομπλέ στον λαιμό και στο στήθος. Φαντάζει μεγαλοπρεπές, με έξοχο λοφίο, μαύρο στην κοιλιά και τεράστια πρασινωπή ουρά που την κρατάει κλειστή. Στέκεται, ελέγχει τριγύρω, και μετά τσιμπολογάει κάτι κάτω, στο γρασίδι. Πρέπει να ήρθε από κάπου κοντά, ίσως απ’ τη φάρμα εκτροφής που υπάρχει εδώ παραπάνω, δίπλα στο φράγμα της Θέρμης, γιατί τα παγόνια δεν μπορούν να πετάξουν περισσότερο από εκατόν πενήντα μέτρα – ίσως όμως να δραπέτευσε κι από κανέναν κοντινό, ιδιωτικό κήπο.

Εχει πολλά χρόνια να δει παγόνι από κοντά ο Σίμος, κι αίφνης, κοιτώντας το, ξεθάβεται εντός του εκείνη η ξεχασμένη, παλιά ιστορία, απ’ τη δεκαετία του εξήντα, όταν έμενε στην Πάνω Πόλη, κοντά στη Μονή Βλατάδων, επί ενδόξου ηγουμενίας Παγκρατίου του Ιβηρίτη – μόναζε προηγουμένως στη Μονή Ιβήρων του Αθω.

Πλησίαζε Πάσχα και ακούστηκε τότε στην περιοχή πως θα ερχότανε στο φημισμένο μοναστήρι να βαφτίσει ένα παιδί ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Οι ετοιμασίες ήταν έκτακτες και ο Παγκράτης, εξαιρετικά ικανός και δραστήριος, αφού έδωσε εντολή και καθάρισαν σχολαστικά κι έλαμψαν τα κτίσματα, άφησε στον περίβολο, ως συνήθως, να κυκλοφορούν μόνο τα εφτά υπέροχα παγόνια που αγαπούσε πολύ. Στο πίσω μέρος της Μονής, δεξιά απ’ το ηγουμενείο, έκλεισε στα κοτέτσια τα υπόλοιπα πουλιά που εξέθρεφε από χρόνια, φραγκόκοτες, περιστέρια, πάπιες, χήνες, κι ορνίθια – ήταν κι αυτός παθιασμένος πουλιατζής, όπως αρκετοί εκείνης της εποχής.

Τότε στην Ανω Πόλη υπήρχαν πολλοί εμμονικοί, αρρωστημένοι περιστεράδες, με δικά τους κουμάσια – όλη μέρα ασχολούνταν με τα πουλιά, ή κοίταζαν τον ουρανό. Είτε κάθονταν, είτε περπατούσαν, κοίταζαν για περιστέρια διαρκώς προς τον ουρανό, πάνω απ’ τα βυζαντινά τείχη και τις Πορτάρες. Ζηλεύονταν πολύ μεταξύ τους, συναγωνίζονταν για τις ράτσες, τα πετάγματα των πουλιών κι όλη μέρα μιλούσανε γι’ αυτά. Θυμάται έναν, ο Σίμος, τον κύριο Θεοδόση, τραπεζικό, που ανέβαινε στη διπλανή ταράτσα να πετάξει τα περιστέρια του φορώντας πάντα κοστούμι, γραβάτα και μαύρο καβουράκι. Ανάμεσα στους φρέσκους πουλιατζήδες ήταν κι ένας νεαρός, δεκαεφτά χρονών, γκαραζόπαιδο, ξεβγαλμένο αλάνι, κάπως ζαβός και αφελής, ο Τζώρτζης ο Καρακούσης, που είχε λίγα περιστέρια κι έκλεβε από διάφορα κουμάσια για να κάνει δικό του στόλο.

Το πρωί, κατά τις έντεκα, την τελευταία Κυριακή πριν από τη Μεγάλη Βδομάδα ήρθε η ώρα να κάνει ο Ωνάσης τη βάφτιση στη Μονή – σ’ όλη τη συνοικία υπήρχε αναβρασμός κι ο τόπος, όλοι οι γύρω δρόμοι γέμισαν πολυτελή αυτοκίνητα που δεν είχανε ξαναδεί σ’ εκείνη τη φτωχή περιοχή, κυρίως αμερικάνικα που κυριαρχούσαν τότε: Πλίμουθ, Σεβρολέτ, Φορντ, Ολντσμομπιλ, τεράστια, γυαλιστερά, με τις ταχύτητες στο ακτινωτό τιμόνι, και με τους υπαλλήλους – οδηγούς τους να περιμένουν μέσα στο όχημα. Κατέφθασε κι ο Ωνάσης με μια μαύρη Μπιούικ για να γίνει νονός και μετά ήρθε μια ροζ, αστραφτερή λιμουζίνα «Πόντιακ» με λευκούς τροχούς και στολισμένη με τούλια (σαν τεράστιο bonbon) φέρνοντας τους γονείς και το βρέφος που θα βαφτιζόταν σε λίγο. Ηδη, οι καλεσμένοι, λαμπροντυμένοι κι αριστοκρατικοί έμπαιναν στη Μονή θαυμάζοντας τα εφτά παγόνια που περπατούσαν καμαρωτά, αλαζονικά, στον περίβολο.

Ο Παγκράτης είχε απαγορεύσει τους λαϊκούς της συνοικίας να εισέρχονται στο μοναστήρι κατά τη διάρκεια της βάφτισης, αλλά ο Τζώρτζης, το αλάνι, που ήξερε κάνα δυο κρυφά μπασίματα στο τείχος της Μονής, τρύπωσε αθέατος, παρατήρησε λίγο τους πλούσιους καλεσμένους που ήθελε να τους δει από περιέργεια, και μετά τράβηξε κατά το πίσω μέρος, προς τα κουμάσια των πουλιών, να κλέψει κανένα περιστέρι. Τα βρήκε όμως όλα κλειστά, κλειδωμένα – ανοιχτό ήτανε μόνο το μεγάλο κουμάσι των παγονιών. Μπήκε μέσα και είδε κάτω στο χώμα που ήταν ραντισμένο με πριονίδι και άχυρο, σε μια γωνία, πέντε αβγά παγονιού, καφετί χρώματος, μεγάλα, λίγο πιο μεγάλα από αβγά χήνας – οι θηλυκές, οι παγόνες, αρχίζουν και γεννάνε τον Απρίλιο. Βούτηξε ένα αβγό, το έβαλε στην τσέπη και ξαναβγήκε απ’ το σημείο που είχε μπει χωρίς να τον προσέξει κανείς – όλοι συνωθούνταν προσπαθώντας να πλησιάσουν για να δούνε τον Ωνάση από κοντά.

Την άλλη μέρα, Μεγάλη Βδομάδα, άρχισε ο Τζώρτζης, μέσα στην αφέλειά του, να κυκλοφορεί στα καφενεία και στα στέκια των περιστεράδων και, για να μπει στο μάτι τους, επιδείκνυε το μεγάλο, καφετί αβγό λέγοντας με καμάρι πως το γέννησε ένα απ’ τα περιστέρια του, ένα ντουνέκι που αγόρασε (έκλεψε) πρόσφατα. Τα πουλιά είναι ζηλιάρικο πάθος και, άλλοι περιστεράδες θαύμαζαν το αβγό, άλλοι τον περιγελούσαν (εξάλλου, πολλοί, τον ξέρανε), κι άλλοι το κοιτούσανε με απορία. Περιέφερε το αβγό εδώ κι εκεί ο Τζώρτζης και το έδειχνε, επί κάνα δυο μέρες, αμέριμνος, περήφανος, ως δήθεν γέννα δικού του πουλιού – μέχρι που κάποιος ο οποίος είχε σχέση με τον Παγκράτη και κατάλαβε πως είναι από παγόνι, κλεμμένο απ’ τη Μονή, πήγε και κάρφωσε την πληροφορία στον ηγούμενο.

Ο Παγκράτιος είχε τότε πολύ μεγάλο κύρος και επιρροή στην πόλη και μόλις ειδοποίησε την αστυνομία, το Τμήμα που ήταν λίγο παρακάτω, στην κατηφόρα απέναντι απ’ την Πορτάρα, βγήκανε αμέσως πέντε χωροφύλακες και αρχίσανε να ψάχνουνε εντατικά τον Τζώρτζη. Τον βρήκανε σε ένα σφαιριστήριο (ήτανε, πια, Μεγάλη Τετάρτη), τον μάγκωσαν και τον έσυραν στο Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί, με το πρώτο μπερντάχι (βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60) ο Τζώρτζης ομολόγησε ότι έκλεψε το αβγό τού παγονιού απ’ τη Μονή. Οι χωροφύλακες, μετά το ξύλο που του έριξαν, μέρα και νύχτα, του χάραξαν και τις παλάμες με ξυράφι, του έκαναν πολλές ξυραφιές για να μην ξανακλέψει ποτέ με αυτά τα χέρια. Κατόπιν, για να σταματήσει η αιμορραγία, του τα έδεσαν με πανιά και τον ρώτησαν πού έχει κρυμμένο το αβγό. Στο σπίτι, απάντησε αυτός.

Πρωί μεγάλης Πέμπτης τον αρπάζουνε δυο και τον πάνε στο σπίτι του να πάρει το αβγό και να το επιστρέψει ο ίδιος, συνοδεία τους, στον ηγούμενο. Μπαίνουνε στην κουζίνα και βλέπουνε ότι ο Τζώρτζης είχε βάλει τη μάνα του και το έβαψε κόκκινο, πασχαλινό – το είχε αποθέσει εκείνη, ως ασύγκριτα μεγαλύτερο, στην κορυφή μιας πυραμίδας πασχαλινών αβγών, πράσινων, κόκκινων και κίτρινων, μέσα σε μια κωνική, γυάλινη γαβάθα. Του τραβάει ένα χαστούκι ο ένας χωροφύλακας – ρε αλήτη, σκότωσες, χάλασες το αβγό, πάρε το τώρα να το πάμε στον ηγούμενο να δούμε τι θα σου κάνει. Βουρκωμένος ο Τζώρτζης πιάνει απαλά, προσεκτικά, το βαμμένο αβγό του παγονιού με τα χέρια του τα δεμένα με πανιά και βγαίνουνε απ’ το σπίτι.

Φτάνουνε, μπαίνουνε στο μοναστήρι και πάνε κατευθείαν στο ηγουμενείο – ο Παγκράτιος, ιεροντυμένος, μόλις είχε τελειώσει τη λειτουργία και πήγαινε βιαστικά να μπει στο γραφείο του. Ητανε άντρας σφοδρός ο παπάς, επιβλητικός, και με τα άμφια και τη γενειάδα του ακόμα πιο επίφοβος. Μόλις τον είδε ο Τζώρτζης άρχισε να τρέμει – οι χωροφύλακες είπανε στον ηγούμενο τι έχει συμβεί κι ο Τζώρτζης πλησίασε περιδεής δίνοντας διστακτικά το μεγάλο, κόκκινο αβγό του παγονιού στον Παγκράτη, που τον κοιτούσε αφ’ υψηλού πετώντας φωτιές απ’ τα μάτια. Σήκωσε τη χερούκλα του και για μια στιγμή οι χωροφύλακες νόμισαν πως ο ηγούμενος θα την κατεβάσει στο κεφάλι του Τζώρτζη – αλλά ο Παγκράτιος συγκρατήθηκε, μαλάκωσε, ξαφνικά, πήρε με το άλλο, το αριστερό χέρι απαλά το κόκκινο αβγό, έκανε με το μετέωρο δεξί το σχήμα της ευλογίας, ενώνοντας τον αντίχειρα με το παράμεσο δάχτυλο, και σταύρωσε τρεις φορές τον Τζώρτζη λέγοντας:

– Ο Χριστός να σε συγχωρέσει… που σήμερον κρεμάται επί ξύλου… Εκείνος, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας… Πάρε ένα κερί αύριο κι έλα στον Επιτάφιο.

Ο Τζώρτζης χύθηκε σκυφτός στη χέρα του ηγουμένου κι άρχισε να την καταφιλά κλαίγοντας.

Ο Παγκράτιος έκανε νεύμα στους χωροφύλακες να αφήσουν τον νεαρό και να φύγουν – ξαναβλέπει ο Σίμος εντός του ζωντανά, τώρα, αυτές τις παλιές, σβησμένες σκηνές, παρατηρώντας ταυτόχρονα απ’ το μισόκλειστο τζάμι το παγόνι που έχει έρθει απ’ το πουθενά, δηλαδή μάλλον απ’ την κοντινή φάρμα, στον κήπο του: έχει βαριά κορμοστασιά και περπατάει αργά, με ανακτορική περηφάνια ενώ το στιλπνό, σμαραγδί στήθος του με τα έντονα κίτρινα και φανατικά κόκκινα στίγματα αντανακλά γαλαζοπράσινους ιριδισμούς. Κρατάει το κεφάλι με το λοφίο του ψηλά, καταφρονετικά. Τα φτερά στο κάτω μέρος του λαιμού είναι πράσινα μεταξωτά με χρυσό περίγραμμα και φολιδωτά μοτίβα. Το στήθος του εκπέμπει μεταλλική γυαλάδα μπλε κομπάλτ. Στέκεται και αφουγκράζεται τα πάντα – ο Σίμος κινείται λίγο, ελάχιστα πίσω απ’ το παράθυρο και το πουλί τον καταλαβαίνει. Τον νιώθει. Αισθάνεται πως κάποιος το κοιτάζει θαυμαστικά.

Ο Σίμος κοκαλώνει.

Εκείνο κάνει ένα δυο βήματα προς αυτόν, στέκει επιδεικτικά, φουσκώνει κι αρχίζει να ξεδιπλώνει προς τα άνω, να ανασταίνει κλιμακωτά την παραδείσια ουρά του. Την ανοίγει αργά, με αυτοπεποίθηση, σαν δαντελωτή βεντάλια, ένα πτυχωτό, ημικυκλικό φωτοστέφανο με το μήκος του να φτάνει ακτινωτά στα δύο μέτρα. Τα φτερά είναι πηδαλιώδη, σμαραγδοπράσινα μπλε του μαλαχίτη, μαύρα με στίγματα κίτρινης σανδαράχης (μεταξύ χρυσού και πορτοκαλί) και με οφθαλμοειδή σχέδια, μάτια – χαλκομανίες, που φαίνονται και χάνονται σαν υδατόσημα. Γιατί το πτέρωμά του δεν είναι χρωσμένο από χρωστικές ουσίες, αλλά έχει διπλές, δυσδιάστατες κρυσταλλικές δομές που προκαλούν διαφορετικές, αντανακλάσεις αποχρώσεων, ανάλογα με τη γωνία που πέφτει το φως ή το βλέμμα. Ιριδίζουν παράφορα με διακυμάνσεις και σε διαρκείς, φωτοβόλες μεταβλητές. Στέκει, έτσι, το παγόνι ακίνητο και υπερυψούται, βασιλικό, εστεμμένο, αυτοϋπερούσιο, με υπερχείλιση χρωμάτων σε πλήρη δόξα. Μετά αυξομειώνει ανεπαίσθητα το άνοιγμα των φτερών της ουράς του, προκαλώντας πολύ ελαφρές δονήσεις που ακούγονται σαν απαλό θρόισμα χορταριού στο ελάχιστο αεράκι.

Και τότε, ο Σίμος, κοιτώντας άπληστα, σε έκσταση, πια, απ’ την αποκάλυψη και την αίγλη των χρωμάτων, παρά το ότι νιώθει μια σουβλιά απ’ τα ρευματικά στο δεξί ισχίο, ασυναίσθητα, αργά, σηκώνει έκθαμβος το χέρι και κάνει τον σταυρό του μονολογώντας χαμηλόφωνα:

– Χριστός ανέστη, κοκαλάκια μου!

Related Posts